Showing Page:
1/14
ΑΙΜΑ
Το αίμα είναι ο μοναδικός υγρός ιστός του σώματος και κυκλοφορεί μέσα στα
αγγεία του σώματος (αρτηρίες και φλέβες) εξασφαλίζοντας την χημική επικοινωνία
ανάμεσα στους διάφορους ιστούς
Η συγκεκριμένη χημική επικοινωνία εντοπίζεται στην μεταφορά θρεπτικών ουσιών
από το αίμα και στην απόδοσή τους στους ιστούς του ανθρωπίνου σώματος, ενώ
ταυτόχρονα μέσω του αίματος γίνεται και απόδοση οξυγόνου στους ιστούς για τις
καύσεις ενώ παράλληλα απομακρύνεται το διοξείδιο του άνθρακα (CO
2
) το οποίο
παράγεται στους ιστούς σαν προϊόν της καύσεως των θρεπτικών ουσιών σε αυτούς.
Τα έμμορφα συστατικά του αίματος είναι τα :
Ερυθρά αιμοσφαίρια
Λευκά αιμοσφαίρια
Αιμοπετάλια
Τα ερυθρά αιμοσφαίρια αποτελούν τον κύριο όγκο των κυττάρων του αίματος και
μεταφέρουν οξυγόνο (Ο
2
) και μερικώς διοξείδιο του άνθρακα (CO
2
)
Τα λευκά αιμοσφαίρια ή λεμφοκύτταρα αποτελούν το 1/600 του όγκου του
ερυθροκυττάρου.
Διακρίνονται σε :
Πολυμορφοπύρηνα
Ουδετερόφιλα
Βασεόφιλα
Ηωσινόφιλα
Μεγάλα μονοπύρηνα
Λεμφοκύτταρα
Τα αιμοπετάλια ονομάζονται διαφορετικά και θρομβοκύτταρα και λαμβάνουν
μέρος στις διαδικασίες της πήξεως του αίματος.
Τα ερυθρά αιμοσφαίρια στην ώριμη μορφή τους δεν διαθέτουν πυρήνα. Περιέχουν
μόνο αιμοσφαιρίνη και εξωτερικά περιβάλλονται από ερυθροκυτταρική μεμβράνη.
Το σχήμα των ερυθροκυττάρων είναι αμφίκοιλο. Αυτό σημαίνει ότι τα ερυθρά
αιμοσφαίρια είναι πεπιεσμένα στο κέντρο και αποπεπλατισμένα στα άκρα. Το
αμφίκοιλο σχήμα των ερυθρών αιμοσφαιρίων συμβάλει στην αύξηση της έκτασης
του εμβαδού της εξωτερικής επιφάνειας του ερυθρού αιμοσφαιρίου και στην
δέσμευση μεγαλύτερης ποσότητας οξυγόνου από τους ειδικούς υποδοχείς, που
είναι τοποθετημένοι στην εξωτερική επιφάνεια της ερυθροκυτταρικής μεμβράνης.
Το ερυθροκύτταρο είναι ένα απύρηνο κύτταρο και για τον λόγο αυτό δεν συνθέτει
πρωτεΐνες. Το ερυθροκύτταρο έχει σχήμα αμφίκοιλου δίσκου το οποίο επιτρέπει
την περισσότερο ομοιόμορφη και ταχεία διάχυση των αερίων από ότι εάν θα είχε
ένα σφαιρικό σχήμα και αυτό διότι η απόσταση κέντρου και επιφάνειας γίνεται
μικρότερη. Το αμφίκοιλο σχήμα που διαθέτει το ερυθρό αιμοσφαίριο, αυξάνει την
Showing Page:
2/14
έκταση του εμβαδού της επιφάνειάς του κατά 30% γεγονός το οποίο αυξάνει
σημαντικά το ποσό του οξυγόνου το οποίο δεσμεύεται στην εξωτερική επιφάνεια
του ερυθροκυττάρου και μεταφέρεται από αυτό στους ιστούς.
Το αμφίκοιλο σχήμα του ερυθροκυττάρου θεωρείται ότι είναι σχήμα ισορροπίας και
το σχήμα αυτό εμφανίζεται όταν τα ερυθρά αιμοσφαίρια βρίσκονται μέσα στο
πλάσμα. Το ερυθροκύτταρο περιβάλλεται από μια μεμβράνη εύκαμπτη και όχι
τόσο ελαστική. Λόγω αυτού του γεγονότος το ερυθροκύτταρο μπορεί να υποστεί
μεγάλες παραμορφώσεις χωρίς να σπάει όταν διέρχεται μέσα από τριχοειδή αγγεία.
Η μεμβράνη του ερυθρού αιμοσφαιρίου είναι παρόμοια στην κατασκευή με την
μεμβράνη όλων των άλλων υπολοίπων κυττάρων. Αυτό σημαίνει ότι η
ερυθροκυτταρική μεμβράνη αποτελείται από μία διπλή στοιβάδα
φωσφολιποειδών, όπου στην συγκεκριμένη διπλή στοιβάδα είναι τοποθετημένες
κάθετα διαμεμβρανικές πρωτεΐνες και υποστηρίζεται από έναν υπομεμβρανικό
σκελετό ο οποίος προσδίδει ευλυγισία και ανθεκτικότητα.
Στην ερυθροκυτταρική μεμβράνη απαντάται επίσης σπεκτρίνη η οποία συμβάλει
στην δομική κατασκευαστική σταθερότητα της ερυθροκυτταρική μεμβράνη και
υπάρχει και ανκυρίνη η οποία είναι διαμεμβρανική πρωτεΐνη και επιτρέπει την
ανταλλαγή δια της ερυθροκυτταρικής μεμβράνης της όξινης ανθρακικής ρίζας των
ιόντων του χλωρίου ενώ συμβάλλει και στην απομάκρυνση του διοξειδίου του
άνθρακα. Η ερυθροκυτταρική μεμβράνη διαθέτει και διάφορες αντλίες κατιόντων
που ονομάζονται ατεπεάσες.
Χαρακτηριστικές ατεπεάσες είναι :
1)Η νάτριο κάλιο ατεπεάση
2)Η ασβέστιο ατεπεάση
Αυτές οι δύο ατεπεάσες συνδέονται με ειδικούς υποδοχείς επάνω στην εξωτερική
επιφάνεια της ερυθροκυτταρικής μεμβράνης.
Το πρωτόπλασμα του ερυθροκυττάρου είναι ομοιογενές και δεν έχει οργανίδια. Το
πρωτόπλασμα ή κυτταρόπλασμα του ερυθροκυττάρου μοιάζει στη σύνθεση με το
κυτταρόπλασμα των υπολοίπων κυττάρων. Περιέχει νερό σε ποσοστό από 65-70%,
διαθέτει ανόργανα στοιχεία, διαθέτει άλατα, διαθέτει οργανικές ουσίες και επίσης
διαθέτει κάλιο νάτριο και άλλα. Ακόμα υπάρχουν ένζυμα της αναερόβιας
γλυκόλυσης που καταλύουν τις χημικές αντιδράσεις της αναερόβιας γλυκόλυσης
όπως επίσης υπάρχουν και ένζυμα που καταλύουν τις αερόβιες διεργασίες
απελευθέρωσης ενέργειας.
Στο πρωτόπλασμα υπάρχει επίσης η αναπνευστική χρωστική η αιμοσφαιρίνη και
ακόμα υπάρχουν μηχανισμοί προστασίας της αιμοσφαιρίνης από οξειδωτικές
ουσίες. Η λειτουργία του ερυθροκυττάρου βασίζεται στην λειτουργία του μορίου
της αιμοσφαιρίνης καθώς επίσης καις την λειτουργία της ανταλλαγής των αερίων.
Παράγεται ATP, δηλαδή απελευθερώνεται ενέργεια μέσω της αναερόβιας
γλυκόλυσης.
Τα φυσιολογικά ερυθροκύτταρα λειτουργούν με αερόβια γλυκόλυση.
Showing Page:
3/14
Αναερόβια κύκλος έμπεν
Τα ερυθροκύτταρα όταν βρεθούν έξω από το πλάσμα λαμβάνουν σχήμα σφαιρικό
και η σφαιρικότητα αυτή αποδίδεται στην απουσία μιας πρωτεΐνης του πλάσματος.
Τα σφαιροκύτταρα είναι λιγότερο έφκαμπτα και είναι λιγότερο πιθανό να
επιβιώσουν σε αντίξοες συνθήκες όπως συμβαίνει εάν υποστούν βλάβες από
διάφορα αντισώματα τα οποία μπορεί να βρίσκονται στον οργανισμό.
Το πλάσμα είναι υδατικό διάλυμα και αντιπροσωπεύει το 55% του όγκου του
αίματος. Το πλάσμα σε ποσοστό 60% αποτελείται από νερό. Εντός του πλάσματος,
εκτός από τα έμμορφα συστατικά του αίματος βρίσκονται επίσης πρωτεΐνες,
ορμόνες και ιχνοστοιχεία όπως το κάλιο, το νάτριο, το μαγνήσιο, το ασβέστιο κ.α.
Red blood cells = ερυθρά αιμοσφαίρια
Platelets = αιμοπετάλια
White blood cells = λευκά αιμοσφαίρια
Αναφορικά με τα λευκά αιμοσφαίρια, οι ποσοστιαίες αναλογίες των μονοκυττάρων,
των λεμφοκυττάρων, των ηωσινόφιλων, των βασεόφιλων και των ουδετερόφιλων
πολυμορφοπύρηνων, αποτελούν τον λεμφοκυτταρικό τύπο. Διαταραχές των
ποσοστιαίων αναλογιών του λεμφοκυτταρικού τύπου είναι ενδεικτικές για την
πάθηση διάφορων ασθενειών.
Το αίμα μεταφέρει οξυγόνο από τους πνεύμονες στους ιστούς και διοξείδιο του
άνθρακα (CO
2
) από τους ιστούς στους πνεύμονες. Μεταφέρει θρεπτικές ουσίες που
απορροφώνται από το γαστρεντερικό σωλήνα. Η απορρόφηση των θρεπτικών
ουσιών συμβαίνει στο στομάχι, στο δωδεκαδάχτυλο, στο λεπτό και στο παχύ
έντερο. Όμως τα κυρίως ανατομικά τμήματα στα οποία παρατηρείται απορρόφηση
των θρεπτικών ουσιών είναι η νήστιδα και ο ειλεός στο λεπτό έντερο.
Επίσης το αίμα μεταφέρει ορμόνες, βιταμίνες και ένζυμα από τη θέση παραγωγής
τους στους ιστούς στους οποίους εκδηλώνουν την δράση τους.
Showing Page:
4/14
Μεταφέρει τελικά προϊόντα του καταβολισμού.
Μεταφέρει θερμότητα. Η θερμότητα η οποία παράγεται στο κέντρο του σώματος
μεταφέρεται μέσω των αγγείων, τα οποία διαστέλλονται προς την επιφάνεια του
σώματος. Από την επιφάνεια του σώματος η θερμότητα διοχετεύεται στο εξωτερικό
περιβάλλον.
Τα υδρόφιλα συστατικά του αίματος μεταφέρονται ελεύθερα. Τα υδρόφοβα
συνδέονται με ειδικές συνδετικές πρωτεΐνες. Σαν υδρόφιλα συστατικά
χαρακτηρίζονται εκείνα τα οποία διαλύονται στο νερό. Σαν υδρόφοβα συστατικά
χαρακτηρίζονται αυτά τα οποία διαλύονται στα λύπη και στα έλαια, και αυτός
ακριβώς είναι ο λόγος όπου τα υδρόφοβα συστατικά προκειμένου να μεταφερθούν
μέσα στο αίμα θα πρέπει να συνδέονται με ειδικές πρωτεΐνες οι οποίες
διαδραματίζουν ρόλο φορέα.
Το αίμα επίσης συμβάλλει στην διατήρηση της οξεοβασικής ισορροπίας, στην
ρύθμιση της ανταλλαγής του νερού ανάμεσα στον ενδοαγγειακό και στον
εξωαγγειακό χώρο, καθώς επίσης και στην άμυνα του οργανισμού.
Η άμυνα του οργανισμού διεκπερώνεται μέσω των λευκοκυττάρων, των μη ειδικών
μηχανισμών, των αντισωμάτων του συμπληρώματος και της C αντιδρώσης
πρωτεΐνης.
Η γεύση του αίματος είναι αλμυρή και αυτό οφείλεται στο χλωριούχο νάτριο που
περιέχει. Το χρώμα του είναι κόκκινο και οφείλεται στην αιμοσφαιρίνη.
Σαν ιξώδες χαρακτηρίζεται η γλοιότητα του αίματος. Ο βαθμός της γλοιότητας
εξαρτάται από την περιεκτικότητα του σε έμμορφα συστατικά και ιδιαίτερα από την
περιεκτικότητα σε ερυθρά αιμοσφαίρια και πρωτεΐνες καθώς και από την γλοιότητα
του πλάσματος η οποία εξαρτάται από την περιεκτικότητα του πλάσματος σε
λευκωματίνες και σφαιρίνες.
Το ιξώδες και η πυκνότητα αποτελούν σχεδόν ταυτόσημες έννοιες.
Η αντίδραση του αίματος είναι είτε όξινη είτε αλκαλική. Υπό φυσιολογικές συνθήκες
το πεχά (pH) του αίματος είναι ελαφρώς αλκαλικό και παίρνει τιμές από 7,33 έως
7,40 στους 38˚C.
Το χρώμα του αίματος εξαρτάται από την οξυγόνωση και οφείλεται στην
αιμοσφαιρίνη (Hb). Εάν η αιμοσφαιρίνη είναι οξυγονωμένη (Hb-O
2
) τότε προκύπτει
μια χημική ένωση η οποία ονομάζεται οξυαιμοσφαιρίνη και το χρώμα του αίματος
είναι έντονα ερυθρό. Τα ποσοστά της οξυαιμοσφαιρίνη στο αρτηριακό αίμα
παίρνουν τιμές από 97% έως 98% ενώ στο φλεβικό αίμα ανέρχεται στο 65% και
αυτός είναι ο λόγος που το φλεβικό αίμα έχει χρώμα σκούρο βυσσινί.
Ιξώδες γλοιότητα
Τα μόρια των διάφορων υγρών παρουσιάζουν μια συνοχή που τείνει να προκαλέσει
ολίσθηση της μίας στοιβάδας επάνω στην άλλη. Η αντίσταση στη δύναμη της ροής
Showing Page:
5/14
ενός υγρού και επομένως η αντίσταση στην ροή του αίματος ονομάζεται ιξώδες.
Όσο μεγαλύτερο είναι το ιξώδες τόσο μεγαλύτερη και η αντίσταση στην ροή.
Στις φυσικοχημικές ιδιότητες του αίματος συμπεριλαμβάνονται η πυκνότητα του
αίματος και το ειδικό βάρος. Το ειδικό βάρος ανέρχεται σε 1,059 g/cm
2
στους 25 ˚C
και υφίσταται διακυμάνσεις οι οποίες εξαρτώνται από τα συστατικά του.
Ο ολικός όγκος του αίματος αποτελεί το 7-8% του βάρους του σώματος.
Σε όλους τους ανθρώπους με φυσιολογικό σωματότυπο και με φυσιολογικό δείκτη
μάζας σώματος, ο συνολικός όγκος του αίματος που κυκλοφορεί μέσα στα αγγεία
είναι 5-6 λίτρα.
Σε ανθρώπους που ζουν σε μεγάλα υψόμετρα ο όγκος του κυκλοφορούντος αίματος
αυξάνει, διότι στα μεγάλα υψόμετρα η πρόσληψη οξυγόνου για να γίνουν οι
καύσεις των ιστών του αίματος δεν επαρκεί, με αποτέλεσμα να αυξάνει ο ρυθμός
παραγωγής των ερυθρών αιμοσφαιρίων και επομένως να αυξάνει και ο συνολικός
όγκος αίματος.
Σε ανθρώπους με αυξημένη μυϊκή μάζα όπως είναι οι αθλητές, απαιτείται
αυξημένος ρυθμός παραγωγής ερυθρών αιμοσφαιρίων έτσι ώστε να αυξάνει ο
όγκος του αίματος για να γίνονται οι καύσεις που απαιτούνται.
Στους παχύσαρκους παρατηρείται ελαττωμένος όγκος αίματος, διότι ελαττώνεται ο
μυϊκός ιστός άρα και οι καύσεις, καθώς ο μυϊκός ιστός στους παχύσαρκους
αντικαθίστανται από λίπος.
Κατά την διάρκεια της πέψεως ελαττώνεται ο όγκος του αίματος διότι το αίμα
κατέχεται στα όργανα του πεπτικού συστήματος προκειμένου να γίνει η πέψη.
Αιματοκρίτης
Ο αιματοκρίτης είναι η εκατοστιαία αναλογία του όγκου των ερυθρών
αιμοσφαιρίων ως προς τον συνολικό όγκο αίματος. Αυτό σημαίνει ότι αιματοκρίτης
45% υποδηλώνει ότι από τα 100ml συνολικού όγκου αίματος τα 45ml είναι ερυθρά
αιμοσφαίρια.
Ο αιματοκρίτης υποχωρεί φυσιολογικά με την πάροδο της ηλικίας. Παρ ’όλα αυτά
όμως, ανεξαρτήτως ηλικίας, τιμές αιματοκρίτη κατώτερες από 38% υποδηλώνουν
σταδιακή απώλεια αίματος όπως μπορεί να συμβαίνει σε καρκίνους του πεπτικού
συστήματος. Υποδηλώνει επίσης την ύπαρξη κακοήθων αναιμιών όπως είναι οι
οξείες λευχαιμίες, ενώ μπορεί επίσης να υποδηλώνει και την ύπαρξη στίγματος
μεσογειακής αναιμίας ιδιαίτερα σε νέους ανθρώπους.
Ο κύριος αιμοποιητικός ιστός είναι ο ερυθρός μυελός των οστών.
Ο μέσος όρος ζωής ενός υγειούς ώριμου ερυθροκυττάρου ανέρχεται σε 100-120
ημέρες.
Showing Page:
6/14
Ταχύτητα καθιζήσεως ερυθρών αιμοσφαιρίων
Εάν η πήξη του αίματος παρεμποδιστεί in vitro με ένα αντιπηκτικό φάρμακο και
συγχρόνως το αίμα παραμένει σε ηρεμία μέσα στο σωληνάριο, τότε τα ερυθρά
αιμοσφαίρια θα αρχίσουν να καθιζάνουν και μάλιστα με μια ορισμένη ταχύτητα, η
οποία είναι γνωστή ως ταχύτητα καθιζήσεως ερυθρών αιμοσφαιρίων (ΤΚΕ)
Αιτία της καθιζήσεως των ερυθρών αιμοσφαιρίων είναι η διαφορά του ειδικού
βάρους ανάμεσα στα ερυθρά αιμοσφαίρια και στο πλάσμα, καθώς και η σύσταση
του πλάσματος σε πρωτεΐνες. Τα ερυθρά αιμοσφαίρια έχουν αρνητικό ηλεκτρικό
φορτίο στην εξωτερική επιφάνεια της ερυθροκυτταρικής μεμβράνης που τα
περιβάλλει. . Τα ερυθρά αιμοσφαίρια αιωρούνται μέσα στο πλάσμα του αίματος
σαν έμμορφα συστατικά και συμπλησιάζουν το ένα με το άλλο σχηματίζοντας με
τον τρόπο αυτό μεγάλα «συγκροτήματα» τα οποία έχουν μέγεθος ανάλογο με το
ηλεκτρικό φορτίο που υπάρχει στην εξωτερική επιφάνεια των ερυθρών
αιμοσφαιρίων. Αυτό σημαίνει ότι όσο μεγαλύτερο είναι το αρνητικό ηλεκτρικό
φορτίο που υπάρχει στην εξωτερική επιφάνεια των ερυθρών αιμοσφαιρίων, τόσο
μεγαλύτερες θα είναι και οι απωθητικές δυνάμεις οι οποίες ασκούνται ανάμεσα
στα ερυθρά αιμοσφαίρια. Όσο μικρότερο είναι το αρνητικό ηλεκτρικό φορτίο που
υπάρχει στην εξωτερική επιφάνεια των ερυθρών αιμοσφαιρίων τόσο πιο εύκολα θα
συμπλησιάζουν μεταξύ τους τα ερυθρά αιμοσφαίρια και τόσο πιο μεγάλα θα είναι
τα συγκροτήματα των ερυθρών αιμοσφαιρίων που σχηματίζονται, άρα τόσο πιο
εύκολα θα καθιζάνουν αυτά τα συγκροτήματα.
Το φορτίο των ερυθρών αιμοσφαιρίων εξαρτάται από την ποσοτική σχέση των
πρωτεϊνών του πλάσματος, από τις οποίες τα ερυθρά αιμοσφαίρια δανείζονται το
ηλεκτρικό φορτίο. Οι πρωτεΐνες που υπάρχουν μέσα στο πλάσμα του αίματος είναι
οι λευκωματίνες, οι σφαιρίνες και το ινωδογόνο. Το ινωδογόνο και οι σφαιρίνες
βρίσκονται στο πλάσμα σε πολύ μικρότερο ποσοστό από ότι οι λευκωματίνες και
περιέχουν και χαμηλότερο ηλεκτρικό φορτίο σε σχέση με αυτές.
Οι λευκωματίνες, υπό φυσιολογικές συνθήκες, βρίσκονται σε πολύ μεγαλύτερο
ποσοστό στο πλάσμα από ότι οι σφαιρίνες και το ινωδογόνο και διαθέτουν
μεγαλύτερο αρνητικό φορτίο από ότι οι σφαιρίνες και το ινωδογόνο. Το
αποτέλεσμα είναι να δημιουργούνται από φυσιολογικές συνθήκες μικρά
συγκροτήματα ερυθρών αιμοσφαιρίων τα οποία καθιζάνουν με μικρή ταχύτητα
καθιζήσεως.
Αύξηση συνεπώς του ποσού των λευκωματίνων σημαίνει και αυξημένη φόρτιση των
ερυθρών με αρνητικό ηλεκτρικό φορτίο, γεγονός το οποίο θα έχει σαν αποτέλεσμα
την μεγαλύτερη απώθηση των ερυθροκυττάρων μεταξύ τους οπότε τα
συγκροτήματα των ερυθροκυττάρων που θα σχηματίζονται θα είναι μικρότερα και
θα καθιζάνουν με ελαττωμένη ΤΚΕ εξαιτίας του χαμηλού ειδικού βάρους που θα
διαθέτουν.
Υπό φυσιολογικές συνθήκες, η ΤΚΕ είναι πάντα σταθερή σε άντρες και γυναίκες. Στο
τέλος της πρώτης ώρας η ΤΚΕ είναι 3 έως 5 χιλιοστά ανά ώρα για τους άντρες και 3
Showing Page:
7/14
έως 10 χιλιοστά για τις γυναίκες. Στο τέλος της δεύτερης ώρας η ΤΚΕ είναι 15 έως 20
χιλιοστά για τις γυναίκες και έως 10 με 15 χιλιοστά για τους άντρες.
Αύξηση της ΤΚΕ παρατηρείται συνήθως σε διάφορες λοιμώξεις, σε νεοπλάσματα,
στο γήρας, καθώς επίσης και στα αυτοάνωσα νοσήματα.
Ελάττωση της ΤΚΕ παρατηρείται σε αναφυλακτικές καταστάσεις, καθώς και όταν
αυξάνεται ο αιματοκρίτης.
Όταν θέλουμε να μετρήσουμε την ταχύτητα καθιζήσεως τοποθετείται το αίμα μέσα
σε ειδικό σωληνάριο που έχει ύψος 200 χιλιοστά. Μέσα στο σωληνάριο αυτό
υπάρχει αντιπηκτικό διάλυμα με κιτρικό νάτριο το οποίο παρεμποδίζει την πήξη του
αίματος. Το αίμα αφήνεται σε ακινησία και διαβάζεται το αποτέλεσμα ύστερα από
μία ώρα. Στο διάστημα της μίας ώρας έχουν σχηματιστεί μέσα στο ειδικό
σωληνάριο και με κατεύθυνση από πάνω προς τα κάτω, τρεις στοιβάδες. Η πρώτη
στοιβάδα από πάνω προς τα κάτω είναι η στοιβάδα του πλάσματος, η δεύτερη είναι
η στοιβάδα των λευκών αιμοσφαιρίων και η Τρίτη είναι η στοιβάδα των ερυθρών
αιμοσφαιρίων και αποτελεί την τελευταία στοιβάδα προς τα κάτω. Η πρώτη
στοιβάδα, δηλαδή η στοιβάδα του πλάσματος, έχει χρώμα ελαφρώς κιτρινωπό και
το μήκος της ισοδυναμεί με την τιμή της ταχύτητας καθιζήσεως. Το χρώμα της
δεύτερης στοιβάδας, που είναι τα λευκά αιμοσφαίρια, είναι λευκωπό. Η δεύτερη
στοιβάδα είναι η πιο λεπτή από όλες και έχει σχήμα δαχτυλιδιού.
Σε πολύ σοβαρές παθήσεις όπως είναι τα νεοπλάσματα (οι καρκίνοι) η ταχύτητα
καθιζήσεως παίρνει τριψήφια τιμή, δηλαδή πάνω από 100.
Η μέτρηση της ταχύτητας καθιζήσεως γίνεται σε χιλιοστά ανά ώρα.
Η ταχύτητα καθιζήσεως έχει διαγνωστική αξία μόνο στο τέλος της πρώτης ώρας
Στο γήρας τιμές της ΤΚΕ που κυμαίνονται από 20 έως 30 χιλιοστά ανά ώρα
θεωρούνται φυσιολογικές. Κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης οι τιμές της ΤΚΕ
μπορούν να κυμαίνονται από 50 έως και 60 χιλιοστά ανά ώρα και θεωρούνται
φυσιολογικές.
Σε όλα τα νοσοκομεία και σε όλες τις μονάδες υγείας που είναι πρώτης γραμμής,
τόσο η ταχύτητα καθιζήσεως των ερυθρών αιμοσφαιρίων όσο και η γενική αίματος
υπολογίζονται σε μία ειδική συσκευή που ονομάζεται Coulter και μέσα σε αυτήν
τοποθετούνται τα ειδικά σωληνάρια της γενικής και της ταχύτητας καθιζήσεως των
ερυθρών αιμοσφαιρίων.
Αιμοσφαιρίνη
Η αιμοσφαιρίνη (Hb) είναι μια αιμοπρωτεΐνη, μεγαλομοριακή ουσία, η οποία
διαθέτει δισθενή σίδηρο (Fe) και έχει μοριακό βάρος 64.500 δηλαδή η
αιμοσφαιρίνη αποτελεί μεγαλομοριακή ουσία. Η αιμοσφαιρίνη είναι συνδυασμός
Showing Page:
8/14
της αίμης και της σφαιρίνης. Η σύνθεση της αιμοσφαιρίνης αρχίζει μέσα στους
ερυθροβλάστες και συνεχίζεται μέχρι να σχηματιστούν και τα
διχτυοερυθροκύτταρα. Η σύνθεση της αίμης ολοκληρώνεται σε 3 βασικά στάδια.
Στο πρώτο στάδιο σχηματίζεται ο δακτύλιο της πυρρόλης από την ένωση του
ακετογλουταρικού οξέος με την γλυκίνη. Στο δεύτερο στάδιο συνδέονται 4
δακτύλιοι πυρρόλης κι σχηματίζουν την πρωτοπορφυρίνη. Στο τρίτο στάδιο
σχηματίζεται το μόριο της αίμης από την ένωση της πρωτοπορφυρίνης με τον
δισθενή σίδηρο.
Η σύνθεση της αιμοσφαιρίνης γίνεται στα ριβοσώματα του ενδοπλασματικού
δικτύου και παράγεται μια σφαιρίνη η οποία αποτελείται από 4 πολυπεπτιδικές
αλυσίδες, ανά δύο ίδιες.
Υπό φυσιολογικές συνθήκες υπάρχουν στον άνθρωπο 3 αιμοσφαιρίνες :
1) Η αιμοσφαιρίνη Α (98%), της οποίας το μόριο της σφαιρίνης έχει 2
πολυπεπτιδικές αλυσίδες α και 2 πολυπεπτιδικές αλυσίδες β. Εμφανίζεται στο
αρτηριακό αίμα σαν οξυαιμοσφαιρίνη.
2) η αιμοσφαιρίνη Α
2
(2%) με 2 πολυπεπτιδικές αλυσίδες α και 2 πολυπεπτιδικές
αλυσίδες δ (στον ενήλικα και μετά το τέλος της γαλουχίας)
3) η εμβρυϊκή αιμοσφαιρίνη (HbF) με 2 πολυπεπτιδικές αλυσίδες α και 2
πολυπεπτιδικές αλυσίδες γ.
Ο λειτουργικός ρόλος της εμβρυϊκής αιμοσφαιρίνης είναι να μεταφέρει το οξυγόνο
από την μητέρα στο έμβρυο μέσω του πλακούντα.
Η εμβρυϊκή αιμοσφαιρίνη βρίσκεται στο αίμα του εμβρύου και του νεογνού,
γρήγορα όμως μέσα στο πρώτο εξάμηνο της εξωμήτριας ζωής αντικαθίσταται
σχεδόν ολόκληρη από την αιμοσφαιρίνη Α, ώστε στον ενήλικα να βρίσκεται σε
ποσοστό, υπό φυσιολογικές συνθήκες, από 0,5% έως 1,5%. Η εμβρυϊκή
αιμοσφαιρίνη διαφέρει από την Α στη σύσταση των αμινοξέων της. Η εμβρυϊκή
αιμοσφαιρίνη συμπεριφέρεται πλεονεκτικά στην δέσμευση του οξυγόνου, δηλαδή
δεσμεύει πολύ εύκολα το οξυγόνο από την οξυαιμοσφαιρίνη του αίματος της
μητέρας ακόμη και αν οι συνθήκες που επικρατούν δεν είναι άριστες.
Παθολογική αύξηση του ποσοστού της εμβρυϊκής αιμοσφαιρίνης έχουμε στην
μεσογειακή αναιμία, δηλαδή στην αναιμία Cooley.
Συμπερασματικά, το μόριο της αιμοσφαιρίνης αποτελείται από 4 μόρια αίμης ( και
συνεπώς και4 άτομα δισθενούς σιδήρου), καθώς και από 4 πολυπεπτιδικές
αλυσίδες. Στον σχηματισμό της αιμοσφαιρίνης επιδρούν καταλυτικά και διάφορες
άλλες ουσίες και κυρίως ιχνοστοιχεία όπως είναι ο χαλκός και το κοβάλτιο, η
έλλειψη των οποίων δημιουργεί διαταραχές στην αιμοποίηση. Απαραίτητη για την
σύνθεση της αιμοσφαιρίνης είναι και η βιταμίνη b6 η οποία ονομάζεται πυριδοξίνη.
(pyridoxine).
Η πυκνότητα της αιμοσφαιρίνης στο αίμα είναι 16 gr% στους άντρες και 14,5 gr%
στις γυναίκες
Showing Page:
9/14
Οξυαιμοσφαιρίνη (HbO
2
) χαρακτηρίζεται η ένωση της αιμοσφαιρίνης με το
οξυγόνο. Στο αρτηριακό αίμα η αιμοσφαιρίνη απαντάται σαν οξυαιμοσφαιρίνη σε
ποσοστό 97-98%. Όταν η οξυαιμοσφαιρίνη χάσει το οξυγόνο το οποίο διαθέτει τότε
μετατρέπεται στην λεγόμενη αναχθείσα αιμοσφαιρίνη.
Στο φλεβικό αίμα το ποσό της οξυαιμοσφαιρίνης είναι περίπου στο 60%, δηλαδή
στο φλεβικό αίμα ποσοστό 37-38% από την οξυαιμοσφαιρίνη έχει μετατραπεί σε
αναχθείσα αιμοσφαιρίνη.
Η αιμοσφαιρίνη είναι μια αναπνευστική χρωστική και σε αυτήν οφείλεται το
κόκκινο χρώμα του αίματος. Αποτελεί το κύριο συστατικό των ερυθροκυττάρων και
το 1/3 του βάρους του ερυθροκυττάρου. Ανήκει στις μεταλοπορφυρικές χρωστικές.
Από πλευράς λειτουργίας οι χρωστικές συμμετέχουν στην αναπνοή και δρουν σαν
μεταφορείς του οξυγόνου που προσλαμβάνεται με την αναπνοή από την
ατμόσφαιρα και σαν αποθήκη οξυγόνου αλλά η αιμοσφαιρίνη διαθέτει και ένζυμα
το οποία καταλύουν κυτταρικές οξειδώσεις. Στις χρωστικές υπάρχουν επίσης
ενζυμικοί παράγοντες οι οποίοι καταλύουν κυτταρικές οξειδώσεις.
Ανθρακυλαιμοσφαιρίνη (HbCO).
Η ανθρακυλαιμοσφαιρίνη σχηματίζεται όταν συνδέεται η αιμοσφαιρίνη με
μονοξείδιο του άνθρακα και αυτή μετατρέπεται σε μεθαιμοσφαιρίνη όταν
οξειδώνεται.
Η φυσιολογική αιμοσφαιρίνη παρουσιάζει μεγαλύτερη συγγένεια κατά 200 περίπου
φορές με το μονοξείδιο του άνθρακος, παρά με το οξυγόνο. Η ένωση της
αιμοσφαιρίνης με το μονοξείδιο του άνθρακος δημιουργεί την
ανθρακυλαιμοσφαιρίνη, η οποία όμως δεν χρησιμεύει στην αναπνευστική
λειτουργία του αίματος. Στην δηλητηρίαση με μονοξείδιο του άνθρακα, η οποία
συνήθως προκύπτει από κάρβουνα που καίγονται ατελώς, κυριαρχούν τα
συμπτώματα της ανοξίας που είναι πονοκέφαλος, ζάλη, έμετος και κόμμα. Σαν
αντίδοτο χορηγείται ένα μείγμα από οξυγόνο σε περιεκτικότητα 95% και με υψηλή
μερική πίεση, ενώ στο μείγμα αυτό υπάρχει και διοξείδιο του άνθρακος σε
περιεκτικότητα 5%. Η παρουσία του διοξειδίου του άνθρακος είναι απαραίτητη
διότι το διοξείδιο του άνθρακος διεγείρει το αναπνευστικό κέντρο.
Μεθαιμοσφαιρίνη
Πρόκειται για ένωση σφαιρίνης με αίμη, της οποία ο σίδηρος έχει οξειδωθεί σε
τρισθενή και δεν μπορεί για τον λόγο αυτό να χρησιμοποιηθεί στην αναπνευστική
λειτουργία του αίματος. Η μεθαιμοσφαιρίνη δεν περιέχει μοριακό οξυγόνο αλλά
υδροξύλιο.
Φυσιολογικά υπάρχουν μόνο μικρές ποσότητες μεθαιμοσφαιρίνης στο αίμα της
τάξεως του 1 %. Μεγαλύτερα ποσά σχηματίζονται συνήθως σε δηλητηριάσεις με
ουσίες όπως είναι οι σουλφοναμίδες, τα νιτρικά και άλλες ουσίες οπότε
προκαλείται μεθαιμοσφαιριναιμία με πρώτη εκδήλωση την κυάνωση. Στην
μεθαιμοσφαιριναιμία χορηγείται θεραπευτικά γλουταθείο.
Η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη χρησιμοποιείται για την διάγνωση του σακχαρώδη
διαβήτη. Οι φυσιολογικές τιμές της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης είναι από 4
έως 6,5. Από 6,5 έως 7 υποδηλώνουν λανθάνοντα διαβήτη και από 7 και πάνω
μπαίνει η διάγνωση του σακχαρώδη διαβήτη.
Showing Page:
10/14
Λειτουργίες αιμοσφαιρίνης
Μεταφέρει το οξυγόνο από τους πνεύμονες στους ιστούς διότι σε κάθε μόριο
φυσιολογικής αιμοσφαιρίνης συνδέονται 4 μόρια οξυγόνου. Η αποτελεσματικότητα
της αιμοσφαιρίνης για την μεταφορά του οξυγόνου αποδίδεται στην περιστροφή
των β αλυσίδων γύρω από τις α πολυπεπτιδικές αλυσίδες και με διολίσθηση των
μεν επάνω στις άλλες. Άλλη λειτουργία της αιμοσφαιρίνης είναι και η μεταφορά του
διοξειδίου του άνθρακα από τους ιστούς στους πνεύμονες. Η σύνδεση του.
διοξειδίου του άνθρακα με το μόριο της αιμοσφαιρίνης γίνεται όχι με τον σίδηρο
αλλά και με τις πλευρικές ομάδες της σφαιρίνης οπότε σχηματίζεται μία ένωση η
οποία ονομάζεται καρβαμινοαιμοσφαιρίνη.
Ορισμός αναιμίας
Αναιμία είναι η κατάσταση κατά την οποία υπάρχει μείωση του αριθμού των
κυκλοφορούντων ερυθρών αιμοσφαιρίων ανά κυβικό χιλιοστό αίματος, μείωση
στην ποσότητα της αιμοσφαιρίνης ανά 100 ml αίματος και μείωση του αιματοκρίτη
στα 100 ml αίματος. Η αναιμία είναι σύμπτωμα που προκύπτει από παθήσεις της
ερυθρής σειράς του μυελού των οστών, και δεν αποτελεί νόσο.
Τύποι αναιμίας
Με βάση το MCV διακρίνεται σε μικροκυτταρική (το ερυθρό αιμοσφαίριο έχει
μικρότερο όγκο από το φυσιολογικό) , σε νορμοκυτταρική (παρά το γεγονός ότι το
ερυθρό αιμοσφαίριο έχει φυσιολογικό όγκο, το ποσό της αιμοσφαιρίνης που
περιέχει είναι μικρότερο) και σε μακροκυτταρική(το ερυθρό αιμοσφαίριο έχει
μεγαλύτερο όγκο από το φυσιολογικό).
Με βάση την μέση αιμοσφαιρίνη του ερυθροκυττάρου χαρακτηρίζεται σαν
υπόχρωμη ( το χρώμα του ερυθροκυττάρου δεν είναι έντονο κόκκινο, σαν ροζ),
νορμόχρωμη ( φυσιολογικό κόκκινο χρώμα), υπέρχρωμη (πολύ έντονο χρώμα).
MCV ( Mean Corpuscular Volume / Μέσος Όγκος ερυθρού αιμοσφαιρίου)
Τόσο η μικροκυττάρωση όσο και η μακροκυττάρωση μπορεί να εμφανιστούν σε
διάφορες αναιμίες της ερυθρής σειράς, δηλαδή σε αναιμίες που αφορούν τα
ερυθρά αιμοσφαίρια
Showing Page:
11/14
Οι φυσιολογικές τιμές κυμαίνονται από 80 έως 90 μm
3
και αυτός υπολογίζεται από
τον εξής μαθηματικό τύπο :

 


 


MCH (mean concentration hemoglobin) είναι η μέση περιεκτικότητα της
αιμοσφαιρίνης που διαθέτει κάθε ερυθρό αιμοσφαίριο και η φυσιολογική τιμή της
κυμαίνεται από 30 έως 32 γ.γ. και υπολογίζεται από τον εξής μαθηματικό τύπο :

 


 



 

 


Το ερυθροκύτταρο είναι ένα απύρηνο κύτταρο και για τον λόγο αυτό δεν συνθέτει
πρωτεΐνες. Το ερυθροκύτταρο έχει σχήμα αμφίκοιλου δίσκου το οποίο επιτρέπει
την περισσότερο ομοιόμορφη και ταχεία διάχυση των αερίων από ότι εάν θα είχε
ένα σφαιρικό σχήμα και αυτό διότι η απόσταση κέντρου και επιφάνειας γίνεται
μικρότερη. Το αμφίκοιλο σχήμα που διαθέτει το ερυθρό αιμοσφαίριο, αυξάνει την
έκταση του εμβαδού της επιφάνειάς του κατά 30% γεγονός το οποίο αυξάνει
σημαντικά το ποσό του οξυγόνου το οποίο δεσμεύεται στην εξωτερική επιφάνεια
του ερυθροκυττάρου και μεταφέρεται από αυτό στους ιστούς.
Τα αιμοπετάλια χαρακτηρίζονται και σαν θρομβοκύτταρα διότι λαμβάνουν μέρος
στις διαδικασίες της πήξεως του αίματος.
Δομη ερυθροκυττάρου
Showing Page:
12/14
Το σχήμα του ερυθροκυττάρου θεωρείται ότι είναι σχήμα ισορροπίας και το σχήμα
αυτό εμφανίζεται όταν τα ερυθρά αιμοσφαίρια βρίσκονται μέσα στο πλάσμα. Το
ερυθροκύτταρο περιβάλλεται από μία μεμβράνη εύκαμπτη και όχι τόσο ελαστική.
Λόγω αυτού του γεγονότος το ερυθροκύτταρο μπορεί να υποστεί μεγάλες
παραμορφώσεις χωρίς να σπάει όταν διέρχεται μέσα από τριχοειδή. Η μεμβράνη
του ερυθρού αιμοσφαιρίου είναι παρόμοια με την μεμβράνη όλων των άλλων
υπολοίπων κυττάρων. Αυτό σημαίνει ότι η ερυθροκυτταρική μεμβράνη αποτελείται
από μία διπλή στοιβάδα φωσφολιποειδών, όπου στην συγκεκριμένη διπλή
στοιβάδα είναι τοποθετημένες κάθετα διαμεμβρανικές πρωτεΐνες.
Εκτός του πλάσματος τα ερυθροκύτταρα λαμβάνουν σχήμα σφαιρικό και η
σφαιρικότητα αυτή οφείλεται στην απουσία μιας πρωτεΐνης του πλάσματος. Τα
σφαιροκύτταρα είναι λιγότερο εύκαμπτα και είναι λιγότερο πιθανό να επιβιώσουν
σε αντίξοες συνθήκες όπως συμβαίνει όταν υποστούν βλάβες από διάφορα
αντισώματα τα οποία μπορεί να βρίσκονται στον οργανισμό.
Λειτουργία ερυθροκυττάρου
Η εξωτερική κυτταρική μεμβράνη του ερυθρού αιμοσφαιρίου είναι παρόμοια με
την κυτταρική μεμβράνη όλων των υπολοίπων κυττάρων.
Η μεμβράνη αυτή αποτελείται από :
1) Διπλοστοιβάδα φωσφολιπιδίων
2) Διαμεμβρανικές πρωτεΐνες που είναι τοποθετημένες κάθετα στην διπλή
φωσφολιποειδική στοιβάδα και υποστηρίζεται από έναν υπομεμβρανικό σκελετό
που προσδίδει ευλυγισία και ανθεκτικότητα
3) Σπεκτρίνη η οποία συμβάλει στην δομική κατασκευαστική σταθερότητα της
ερυθροκυτταρικής μεμβράνης
4) Ανκυρίνη η οποία είναι μια διαμεμβρανική πρωτεΐνη και επιτρέπει την
ανταλλαγή δια της ερυθροκυτταρικής μεμβράνης της όξινης ανθρακικής ρίζας, των
ιόντων του χλωρίου ενώ συμβάλλει και στην απομάκρυνση του διοξειδίου του
άνθρακος.
Η ερυθροκυτταρική μεμβράνη διαθέτει και διάφορες αντλίες κατιόντων που
ονομάζονται ατεπεάσες. Χαρακτηριστικές ατεπεάσες είναι η 1) νάτριο-κάλιο
ατεπεάση και η 2)ασβέστιο ατεπεάση. Αυτές οι 2 ατεπεάσες συνδέονται με ειδικούς
υποδοχείς επάνω στην εξωτερική επιφάνεια της ερυθροκυτταρικής μεμβράνης.
Το πρωτόπλασμα του ερυθροκυττάρου είναι ομοιογενές και δεν έχει οργανίδια
γιατί δεν παράγει καθόλου πρωτεΐνες. Το πρωτόπλασμα ή κυτταρόπλασμα του
ερυθροκυττάρου μοιάζει στην σύνθεση με το κυτταρόπλασμα υπολοίπων
κυττάρων. Περιέχει δηλαδή νερό σε ποσοστό από 65 έως 70%, διαθέτει ανόργανα
στοιχεία, άλατα, οργανικές ουσίες και επίσης κάλιο νάτριο και άλλα. Ακόμα
υπάρχουν ένζυμα της αναερόβιας γλυκόλυσης που καταλύουν τις χημικές
αντιδράσεις της αναερόβιας γλυκόλυσης όπως επίσης και ένζυμα που καταλύουν
Showing Page:
13/14
τις αερόβιες διεργασίες απελευθέρωσης ενέργειας. Το ATP παράγεται με αερόβια
και με αναερόβια γλυκόλυση.
Στο πρωτόπλασμα υπάρχει επίσης η αναπνευστική χρωστική, η αιμοσφαιρίνη και
ακόμα υπάρχουν μηχανισμοί προστασίας της αιμοσφαιρίνης από οξειδωτικές
ουσίες. Η λειτουργία του ερυθροκυττάρου βασίζεται στην λειτουργία του μορίου
της αιμοσφαιρίνης καθώς επίσης και στην λειτουργία της ανταλλαγής των αερίων.
Οδοί παραγωγής ενέργειας ερυθρού
Το ερυθρό μπορεί να παράξει ενέργεια μέσω αναερόβιας γλυκόλυσης όμως τα
φυσιολογικά ερυθροκύτταρα λειτουργούν όλα με αερόβια διεργασία, η αναερόβια
είναι η εξαίρεση και κινητοποιείται όταν για κάποιο παθολογικό αίτιο δεν μπορεί να
παραχθεί ATP με την αερόβια διεργασία.
Η αναερόβια γλυκόλυση ονομάζεται διαφορετικά και κύκλος των Έμπεν Μάιεχοφ
και περιλαμβάνει δύο σειρές αντιδράσεων.
1)η πρώτη σειρά είναι η διάσπαση της γλυκόζης σε 2 φωσφορικές τριόζες
2) στην δεύτερη σειρά της αντίδρασης εντάσσεται ο σχηματισμός του
πυροσταφυλικού οξέος ο οποίος καταναλώνει – περιέχει ενέργεια για την
ανασύνθεση δύο μορίων ATP και σχηματίζει 2 μόρια ανοιγμένου NADH το οποίο
συμμετέχει στην αναγωγή της μεθαιμοσφαιρίνης σε αιμοσφαιρίνη.
Η συμπληρωματική οδός πεντοζών εμφανίζει 10% συμμετοχή στην παραγωγή της
ενέργειας και το ATP εξασφαλίζει την λειτουργία της αντλίας του νατρίου και η
διάσπαση του ATP γίνεται μόνο με την ATPάση.
Μελέτη λευκών αιμοσφαιρίων
Η μελέτη και η αρίθμηση των λευκών αιμοσφαιρίων γίνεται από το ίδιο δείγμα
αίματος με τα ερυθρά και στο ίδιο μηχάνημα (στο κούλτερ). Γίνεται δε ολική και
ποσοστιαία μέτρηση όλων των κατηγοριών των λευκοκυττάρων, και αυτό
χαρακτηρίζεται σαν λευκοκυτταρικός τύπος. Οι φυσιολογικές τιμές των λευκών
αιμοσφαιρίων είναι από 4 έως 10 χιλιάδες. Κάτω από 4.000 έχουμε λευκοπενία και
πάνω από 10.000 έχουμε λευκοκυττάρωση. Ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων
είναι ο ίδιος σε άντρες και γυναίκες. Μεταβάλλεται με την ηλικία. Στη γέννηση το
νεογνό έχει 18.800 λευκά αιμοσφαίρια ανά κυβικό χιλιοστό αίματος, στις πρώτες 12
ώρες. Την πρώτη εβδομάδα 22.800 και από την δεύτερη εβδομάδα και μετά μέχρι
και το τρίτο έτος 12.200. από το τρίτο έτος και μετά ελαττώνεται σε 7.000 λευκά
αιμοσφαίρια ανά κυβικό χιλιοστό αίματος και υπό φυσιολογικές συνθήκες έτσι
παραμένει σε όλη την διάρκεια της ενήλικης ζωής. Ο αριθμός των λευκών
αιμοσφαιρίων αυξάνει προς το τέλος της εγκυμοσύνης, σε κατάσταση μυϊκής
άσκησης, σε συγκινησιακές καταστάσεις και στον ύπνο. Η αύξηση αυτή ονομάζεται
φυσιολογική λευκοκυτταρική δραστηριότητα και οφείλεται σε έξοδο λευκών
αιμοσφαιρίων από τις δεξαμενές τους στην ενεργή κυκλοφορία. Παθολογική
λεμφοκυττάρωση παρατηρείται σε λοιμώδη νοσήματα.
Showing Page:
14/14
Μεταβολές των λευκών ανάλογα με την ηλικία: στο αίμα μπορεί να μεταφερθούν
και άωρα λευκοκύτταρα και αυτό φαίνεται στα επιχρίσματα. Πρόδρομες μορφές
μυελοκυττάρων και λεμφοβλαστών ανήκουν στα άωρα λευκά αιμοσφαίρια.
Τα πολυπύρηνα ουδετερόφιλα λευκοκύτταρα αποτελούν τα περισσότερο
λευκοκύτταρα. Αποτελούνται από πυρήνα με 2-3 λοβούς οι οποίοι συγκρατούνται
μεταξύ τους με νημάτια χρωματίνης. Επίσης στο πρωτόπλασμα των πολυπύρηνων
ουδετερόφιλων λευκοκυττάρων μπορεί να βρίσκονται και ουδετερόφιλα κοκκία.
Τα κοκκία διακρίνονται σε αζουρόφιλα (υπεροξειδάσες, φωσφατάσες, υδρολάσες
και άλλα ένζυμα) και σε ουδετερόφιλα (λυσοζύμη).
Αν εμφανιστούν άωρα ουδετερόφιλα πολυμορφοπύρηνα αυτό σημαίνει ότι ο
οργανισμός έχει προσβληθεί από λοιμώξεις.
Τα πολυπύρηνα Ηωσινόφιλα λευκοκύτταρα μοιάζουν με τα ουδετερόφιλα που ο
πυρήνας τους φέρει λιγότερους λοβούς (2). Το ηωσινόφιλο περιέχει κοκκία που
χρωματίζονται κόκκινα με ηωσίνη. Τα κοκκία που είναι λυσοσώματα όπως και τα
ουδετερόφιλα εμφανίζουν κρυσταλλική δομή και περιέχουν μια βασική πρωτεϊνη η
οποία θεωρείται σπουδαία στην καταστροφή των παρασίτων. Άρα πολλά
πολυμορφοπύρηνα ουδετερόφιλα θα έχω σε λοιμώξεις. Αύξηση του αριθμού των
πολυπύρηνων ηωσινόφιλων λευκοκυττάρων θα έχω στις παρασιτώσεις.
Τα πολυπύρηνα βασεόφιλα λευκοκύτταρα έχουν πυρήνα με 2-3 λοβούς και
πολυάριθμα κοκκία τα οποία χρωματίζονται βαθιά κυανά και περιέχουν ισταμίνη, 5
υδροξυτρυπταμίνη και ηπαρίνη.
Μαστοκύτταρα είναι επίσης βασεόφιλα τα οποία βρίσκονται στους ιστούς.
Τα μονοκύτταρα είναι το μεγαλύτερο κύτταρο του σώματος με ευμεγέθη πυρήνα
και προέρχεται από τον ερυθρό μυελό των οστών. Μεγάλος αριθμός μονοκυττάρων
εξέρχεται από το αίμα στους ιστούς και αποτελούν τα περιπλανώμενα ιστιοκύτταρα
ή μακροφάγα των ιστών. Το μονοκύτταρο είναι το μεγαλύτερο κύτταρο του αίματος
με ευμεγέθη πυρήνα και φέρει πολλά ένζυμα. Πολλά μονοκύτταρα σχηματίζουν τα
περιπλανώμενα μακροφάγα των ιστών και διαθέτουν αντιβακτηριδιακή δράση.

Unformatted Attachment Preview

ΑΙΜΑ Το αίμα είναι ο μοναδικός υγρός ιστός του σώματος και κυκλοφορεί μέσα στα αγγεία του σώματος (αρτηρίες και φλέβες) εξασφαλίζοντας την χημική επικοινωνία ανάμεσα στους διάφορους ιστούς Η συγκεκριμένη χημική επικοινωνία εντοπίζεται στην μεταφορά θρεπτικών ουσιών από το αίμα και στην απόδοσή τους στους ιστούς του ανθρωπίνου σώματος, ενώ ταυτόχρονα μέσω του αίματος γίνεται και απόδοση οξυγόνου στους ιστούς για τις καύσεις ενώ παράλληλα απομακρύνεται το διοξείδιο του άνθρακα (CO2) το οποίο παράγεται στους ιστούς σαν προϊόν της καύσεως των θρεπτικών ουσιών σε αυτούς. Τα έμμορφα συστατικά του αίματος είναι τα : Ερυθρά αιμοσφαίρια Λευκά αιμοσφαίρια Αιμοπετάλια Τα ερυθρά αιμοσφαίρια αποτελούν τον κύριο όγκο των κυττάρων του αίματος και μεταφέρουν οξυγόνο (Ο2) και μερικώς διοξείδιο του άνθρακα (CO2) Τα λευκά αιμοσφαίρια ή λεμφοκύτταρα αποτελούν το 1/600 του όγκου του ερυθροκυττάρου. Διακρίνονται σε : Πολυμορφοπύρηνα Ουδετερόφιλα Βασεόφιλα Ηωσινόφιλα Μεγάλα μονοπύρηνα Λεμφοκύτταρα Τα αιμοπετάλια ονομάζονται διαφορετικά και θρομβοκύτταρα και λαμβάνουν μέρος στις διαδικασίες της πήξεως του αίματος. Τα ερυθρά αιμοσφαίρια στην ώριμη μορφή τους δεν διαθέτουν πυρήνα. Περιέχουν μόνο αιμοσφαιρίνη και εξωτερικά περιβάλλονται από ερυθροκυτταρική μεμβράνη. Το σχήμα των ερυθροκυττάρων είναι αμφίκοιλο. Αυτό σημαίνει ότι τα ερυθρά αιμοσφαίρια είναι πεπιεσμένα στο κέντρο και αποπεπλατισμένα στα άκρα. Το αμφίκοιλο σχήμα των ερυθρών αιμοσφαιρίων συμβάλει στην αύξηση της έκτασης του εμβαδού της εξωτερικής επιφάνειας του ερυθρού αιμοσφαιρίου και στην δέσμευση μεγαλύτερης ποσότητας οξυγόνου από τους ειδικούς υποδοχείς, που είναι τοποθετημένοι στην εξωτερική επιφάνεια της ερυθροκυτταρικής μεμβράνης. Το ερυθροκύτταρο είναι ένα απύρηνο κύτταρο και για τον λόγο αυτό δεν συνθέτει πρωτεΐνες. Το ερυθροκύτταρο έχει σχήμα αμφίκοιλου δίσκου το οποίο επιτρέπει την περισσότερο ομοιόμορφη και ταχεία διάχυση των αερίων από ότι εάν θα είχε ένα σφαιρικό σχήμα και αυτό διότι η απόσταση κέντρου και επιφάνειας γίνεται μικρότερη. Το αμφίκοιλο σχήμα που διαθέτει το ερυθρό αιμοσφαίριο, αυξάνει την έκταση του εμβαδού της επιφάνειάς του κατά 30% γεγονός το οποίο αυξάνει σημαντικά το ποσό του οξυγόνου το οποίο δεσμεύεται στην εξωτερική επιφάνεια του ερυθροκυττάρου και μεταφέρεται από αυτό στους ιστούς. Το αμφίκοιλο σχήμα του ερυθροκυττάρου θεωρείται ότι είναι σχήμα ισορροπίας και το σχήμα αυτό εμφανίζεται όταν τα ερυθρά αιμοσφαίρια βρίσκονται μέσα στο πλάσμα. Το ερυθροκύτταρο περιβάλλεται από μια μεμβράνη εύκαμπτη και όχι τόσο ελαστική. Λόγω αυτού του γεγονότος το ερυθροκύτταρο μπορεί να υποστεί μεγάλες παραμορφώσεις χωρίς να σπάει όταν διέρχεται μέσα από τριχοειδή αγγεία. Η μεμβράνη του ερυθρού αιμοσφαιρίου είναι παρόμοια στην κατασκευή με την μεμβράνη όλων των άλλων υπολοίπων κυττάρων. Αυτό σημαίνει ότι η ερυθροκυτταρική μεμβράνη αποτελείται από μία διπλή στοιβάδα φωσφολιποειδών, όπου στην συγκεκριμένη διπλή στοιβάδα είναι τοποθετημένες κάθετα διαμεμβρανικές πρωτεΐνες και υποστηρίζεται από έναν υπομεμβρανικό σκελετό ο οποίος προσδίδει ευλυγισία και ανθεκτικότητα. Στην ερυθροκυτταρική μεμβράνη απαντάται επίσης σπεκτρίνη η οποία συμβάλει στην δομική κατασκευαστική σταθερότητα της ερυθροκυτταρική μεμβράνη και υπάρχει και ανκυρίνη η οποία είναι διαμεμβρανική πρωτεΐνη και επιτρέπει την ανταλλαγή δια της ερυθροκυτταρικής μεμβράνης της όξινης ανθρακικής ρίζας των ιόντων του χλωρίου ενώ συμβάλλει και στην απομάκρυνση του διοξειδίου του άνθρακα. Η ερυθροκυτταρική μεμβράνη διαθέτει και διάφορες αντλίες κατιόντων που ονομάζονται ατεπεάσες. Χαρακτηριστικές ατεπεάσες είναι : 1)Η νάτριο κάλιο ατεπεάση 2)Η ασβέστιο ατεπεάση Αυτές οι δύο ατεπεάσες συνδέονται με ειδικούς υποδοχείς επάνω στην εξωτερική επιφάνεια της ερυθροκυτταρικής μεμβράνης. Το πρωτόπλασμα του ερυθροκυττάρου είναι ομοιογενές και δεν έχει οργανίδια. Το πρωτόπλασμα ή κυτταρόπλασμα του ερυθροκυττάρου μοιάζει στη σύνθεση με το κυτταρόπλασμα των υπολοίπων κυττάρων. Περιέχει νερό σε ποσοστό από 65-70%, διαθέτει ανόργανα στοιχεία, διαθέτει άλατα, διαθέτει οργανικές ουσίες και επίσης διαθέτει κάλιο νάτριο και άλλα. Ακόμα υπάρχουν ένζυμα της αναερόβιας γλυκόλυσης που καταλύουν τις χημικές αντιδράσεις της αναερόβιας γλυκόλυσης όπως επίσης υπάρχουν και ένζυμα που καταλύουν τις αερόβιες διεργασίες απελευθέρωσης ενέργειας. Στο πρωτόπλασμα υπάρχει επίσης η αναπνευστική χρωστική η αιμοσφαιρίνη και ακόμα υπάρχουν μηχανισμοί προστασίας της αιμοσφαιρίνης από οξειδωτικές ουσίες. Η λειτουργία του ερυθροκυττάρου βασίζεται στην λειτουργία του μορίου της αιμοσφαιρίνης καθώς επίσης καις την λειτουργία της ανταλλαγής των αερίων. Παράγεται ATP, δηλαδή απελευθερώνεται ενέργεια μέσω της αναερόβιας γλυκόλυσης. Τα φυσιολογικά ερυθροκύτταρα λειτουργούν με αερόβια γλυκόλυση. Αναερόβια κύκλος έμπεν Τα ερυθροκύτταρα όταν βρεθούν έξω από το πλάσμα λαμβάνουν σχήμα σφαιρικό και η σφαιρικότητα αυτή αποδίδεται στην απουσία μιας πρωτεΐνης του πλάσματος. Τα σφαιροκύτταρα είναι λιγότερο έφκαμπτα και είναι λιγότερο πιθανό να επιβιώσουν σε αντίξοες συνθήκες όπως συμβαίνει εάν υποστούν βλάβες από διάφορα αντισώματα τα οποία μπορεί να βρίσκονται στον οργανισμό. Το πλάσμα είναι υδατικό διάλυμα και αντιπροσωπεύει το 55% του όγκου του αίματος. Το πλάσμα σε ποσοστό 60% αποτελείται από νερό. Εντός του πλάσματος, εκτός από τα έμμορφα συστατικά του αίματος βρίσκονται επίσης πρωτεΐνες, ορμόνες και ιχνοστοιχεία όπως το κάλιο, το νάτριο, το μαγνήσιο, το ασβέστιο κ.α. Red blood cells = ερυθρά αιμοσφαίρια Platelets = αιμοπετάλια White blood cells = λευκά αιμοσφαίρια Αναφορικά με τα λευκά αιμοσφαίρια, οι ποσοστιαίες αναλογίες των μονοκυττάρων, των λεμφοκυττάρων, των ηωσινόφιλων, των βασεόφιλων και των ουδετερόφιλων πολυμορφοπύρηνων, αποτελούν τον λεμφοκυτταρικό τύπο. Διαταραχές των ποσοστιαίων αναλογιών του λεμφοκυτταρικού τύπου είναι ενδεικτικές για την πάθηση διάφορων ασθενειών. Το αίμα μεταφέρει οξυγόνο από τους πνεύμονες στους ιστούς και διοξείδιο του άνθρακα (CO2) από τους ιστούς στους πνεύμονες. Μεταφέρει θρεπτικές ουσίες που απορροφώνται από το γαστρεντερικό σωλήνα. Η απορρόφηση των θρεπτικών ουσιών συμβαίνει στο στομάχι, στο δωδεκαδάχτυλο, στο λεπτό και στο παχύ έντερο. Όμως τα κυρίως ανατομικά τμήματα στα οποία παρατηρείται απορρόφηση των θρεπτικών ουσιών είναι η νήστιδα και ο ειλεός στο λεπτό έντερο. Επίσης το αίμα μεταφέρει ορμόνες, βιταμίνες και ένζυμα από τη θέση παραγωγής τους στους ιστούς στους οποίους εκδηλώνουν την δράση τους. Μεταφέρει τελικά προϊόντα του καταβολισμού. Μεταφέρει θερμότητα. Η θερμότητα η οποία παράγεται στο κέντρο του σώματος μεταφέρεται μέσω των αγγείων, τα οποία διαστέλλονται προς την επιφάνεια του σώματος. Από την επιφάνεια του σώματος η θερμότητα διοχετεύεται στο εξωτερικό περιβάλλον. Τα υδρόφιλα συστατικά του αίματος μεταφέρονται ελεύθερα. Τα υδρόφοβα συνδέονται με ειδικές συνδετικές πρωτεΐνες. Σαν υδρόφιλα συστατικά χαρακτηρίζονται εκείνα τα οποία διαλύονται στο νερό. Σαν υδρόφοβα συστατικά χαρακτηρίζονται αυτά τα οποία διαλύονται στα λύπη και στα έλαια, και αυτός ακριβώς είναι ο λόγος όπου τα υδρόφοβα συστατικά προκειμένου να μεταφερθούν μέσα στο αίμα θα πρέπει να συνδέονται με ειδικές πρωτεΐνες οι οποίες διαδραματίζουν ρόλο φορέα. Το αίμα επίσης συμβάλλει στην διατήρηση της οξεοβασικής ισορροπίας, στην ρύθμιση της ανταλλαγής του νερού ανάμεσα στον ενδοαγγειακό και στον εξωαγγειακό χώρο, καθώς επίσης και στην άμυνα του οργανισμού. Η άμυνα του οργανισμού διεκπερώνεται μέσω των λευκοκυττάρων, των μη ειδικών μηχανισμών, των αντισωμάτων του συμπληρώματος και της C αντιδρώσης πρωτεΐνης. Η γεύση του αίματος είναι αλμυρή και αυτό οφείλεται στο χλωριούχο νάτριο που περιέχει. Το χρώμα του είναι κόκκινο και οφείλεται στην αιμοσφαιρίνη. Σαν ιξώδες χαρακτηρίζεται η γλοιότητα του αίματος. Ο βαθμός της γλοιότητας εξαρτάται από την περιεκτικότητα του σε έμμορφα συστατικά και ιδιαίτερα από την περιεκτικότητα σε ερυθρά αιμοσφαίρια και πρωτεΐνες καθώς και από την γλοιότητα του πλάσματος η οποία εξαρτάται από την περιεκτικότητα του πλάσματος σε λευκωματίνες και σφαιρίνες. Το ιξώδες και η πυκνότητα αποτελούν σχεδόν ταυτόσημες έννοιες. Η αντίδραση του αίματος είναι είτε όξινη είτε αλκαλική. Υπό φυσιολογικές συνθήκες το πεχά (pH) του αίματος είναι ελαφρώς αλκαλικό και παίρνει τιμές από 7,33 έως 7,40 στους 38˚C. Το χρώμα του αίματος εξαρτάται από την οξυγόνωση και οφείλεται στην αιμοσφαιρίνη (Hb). Εάν η αιμοσφαιρίνη είναι οξυγονωμένη (Hb-O2) τότε προκύπτει μια χημική ένωση η οποία ονομάζεται οξυαιμοσφαιρίνη και το χρώμα του αίματος είναι έντονα ερυθρό. Τα ποσοστά της οξυαιμοσφαιρίνη στο αρτηριακό αίμα παίρνουν τιμές από 97% έως 98% ενώ στο φλεβικό αίμα ανέρχεται στο 65% και αυτός είναι ο λόγος που το φλεβικό αίμα έχει χρώμα σκούρο βυσσινί. Ιξώδες γλοιότητα Τα μόρια των διάφορων υγρών παρουσιάζουν μια συνοχή που τείνει να προκαλέσει ολίσθηση της μίας στοιβάδας επάνω στην άλλη. Η αντίσταση στη δύναμη της ροής ενός υγρού και επομένως η αντίσταση στην ροή του αίματος ονομάζεται ιξώδες. Όσο μεγαλύτερο είναι το ιξώδες τόσο μεγαλύτερη και η αντίσταση στην ροή. Στις φυσικοχημικές ιδιότητες του αίματος συμπεριλαμβάνονται η πυκνότητα του αίματος και το ειδικό βάρος. Το ειδικό βάρος ανέρχεται σε 1,059 g/cm2 στους 25 ˚C και υφίσταται διακυμάνσεις οι οποίες εξαρτώνται από τα συστατικά του. Ο ολικός όγκος του αίματος αποτελεί το 7-8% του βάρους του σώματος. Σε όλους τους ανθρώπους με φυσιολογικό σωματότυπο και με φυσιολογικό δείκτη μάζας σώματος, ο συνολικός όγκος του αίματος που κυκλοφορεί μέσα στα αγγεία είναι 5-6 λίτρα. Σε ανθρώπους που ζουν σε μεγάλα υψόμετρα ο όγκος του κυκλοφορούντος αίματος αυξάνει, διότι στα μεγάλα υψόμετρα η πρόσληψη οξυγόνου για να γίνουν οι καύσεις των ιστών του αίματος δεν επαρκεί, με αποτέλεσμα να αυξάνει ο ρυθμός παραγωγής των ερυθρών αιμοσφαιρίων και επομένως να αυξάνει και ο συνολικός όγκος αίματος. Σε ανθρώπους με αυξημένη μυϊκή μάζα όπως είναι οι αθλητές, απαιτείται αυξημένος ρυθμός παραγωγής ερυθρών αιμοσφαιρίων έτσι ώστε να αυξάνει ο όγκος του αίματος για να γίνονται οι καύσεις που απαιτούνται. Στους παχύσαρκους παρατηρείται ελαττωμένος όγκος αίματος, διότι ελαττώνεται ο μυϊκός ιστός άρα και οι καύσεις, καθώς ο μυϊκός ιστός στους παχύσαρκους αντικαθίστανται από λίπος. Κατά την διάρκεια της πέψεως ελαττώνεται ο όγκος του αίματος διότι το αίμα κατέχεται στα όργανα του πεπτικού συστήματος προκειμένου να γίνει η πέψη. Αιματοκρίτης Ο αιματοκρίτης είναι η εκατοστιαία αναλογία του όγκου των ερυθρών αιμοσφαιρίων ως προς τον συνολικό όγκο αίματος. Αυτό σημαίνει ότι αιματοκρίτης 45% υποδηλώνει ότι από τα 100ml συνολικού όγκου αίματος τα 45ml είναι ερυθρά αιμοσφαίρια. Ο αιματοκρίτης υποχωρεί φυσιολογικά με την πάροδο της ηλικίας. Παρ ’όλα αυτά όμως, ανεξαρτήτως ηλικίας, τιμές αιματοκρίτη κατώτερες από 38% υποδηλώνουν σταδιακή απώλεια αίματος όπως μπορεί να συμβαίνει σε καρκίνους του πεπτικού συστήματος. Υποδηλώνει επίσης την ύπαρξη κακοήθων αναιμιών όπως είναι οι οξείες λευχαιμίες, ενώ μπορεί επίσης να υποδηλώνει και την ύπαρξη στίγματος μεσογειακής αναιμίας ιδιαίτερα σε νέους ανθρώπους. Ο κύριος αιμοποιητικός ιστός είναι ο ερυθρός μυελός των οστών. Ο μέσος όρος ζωής ενός υγειούς ώριμου ερυθροκυττάρου ανέρχεται σε 100-120 ημέρες. Ταχύτητα καθιζήσεως ερυθρών αιμοσφαιρίων Εάν η πήξη του αίματος παρεμποδιστεί in vitro με ένα αντιπηκτικό φάρμακο και συγχρόνως το αίμα παραμένει σε ηρεμία μέσα στο σωληνάριο, τότε τα ερυθρά αιμοσφαίρια θα αρχίσουν να καθιζάνουν και μάλιστα με μια ορισμένη ταχύτητα, η οποία είναι γνωστή ως ταχύτητα καθιζήσεως ερυθρών αιμοσφαιρίων (ΤΚΕ) Αιτία της καθιζήσεως των ερυθρών αιμοσφαιρίων είναι η διαφορά του ειδικού βάρους ανάμεσα στα ερυθρά αιμοσφαίρια και στο πλάσμα, καθώς και η σύσταση του πλάσματος σε πρωτεΐνες. Τα ερυθρά αιμοσφαίρια έχουν αρνητικό ηλεκτρικό φορτίο στην εξωτερική επιφάνεια της ερυθροκυτταρικής μεμβράνης που τα περιβάλλει. . Τα ερυθρά αιμοσφαίρια αιωρούνται μέσα στο πλάσμα του αίματος σαν έμμορφα συστατικά και συμπλησιάζουν το ένα με το άλλο σχηματίζοντας με τον τρόπο αυτό μεγάλα «συγκροτήματα» τα οποία έχουν μέγεθος ανάλογο με το ηλεκτρικό φορτίο που υπάρχει στην εξωτερική επιφάνεια των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Αυτό σημαίνει ότι όσο μεγαλύτερο είναι το αρνητικό ηλεκτρικό φορτίο που υπάρχει στην εξωτερική επιφάνεια των ερυθρών αιμοσφαιρίων, τόσο μεγαλύτερες θα είναι και οι απωθητικές δυνάμεις οι οποίες ασκούνται ανάμεσα στα ερυθρά αιμοσφαίρια. Όσο μικρότερο είναι το αρνητικό ηλεκτρικό φορτίο που υπάρχει στην εξωτερική επιφάνεια των ερυθρών αιμοσφαιρίων τόσο πιο εύκολα θα συμπλησιάζουν μεταξύ τους τα ερυθρά αιμοσφαίρια και τόσο πιο μεγάλα θα είναι τα συγκροτήματα των ερυθρών αιμοσφαιρίων που σχηματίζονται, άρα τόσο πιο εύκολα θα καθιζάνουν αυτά τα συγκροτήματα. Το φορτίο των ερυθρών αιμοσφαιρίων εξαρτάται από την ποσοτική σχέση των πρωτεϊνών του πλάσματος, από τις οποίες τα ερυθρά αιμοσφαίρια δανείζονται το ηλεκτρικό φορτίο. Οι πρωτεΐνες που υπάρχουν μέσα στο πλάσμα του αίματος είναι οι λευκωματίνες, οι σφαιρίνες και το ινωδογόνο. Το ινωδογόνο και οι σφαιρίνες βρίσκονται στο πλάσμα σε πολύ μικρότερο ποσοστό από ότι οι λευκωματίνες και περιέχουν και χαμηλότερο ηλεκτρικό φορτίο σε σχέση με αυτές. Οι λευκωματίνες, υπό φυσιολογικές συνθήκες, βρίσκονται σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό στο πλάσμα από ότι οι σφαιρίνες και το ινωδογόνο και διαθέτουν μεγαλύτερο αρνητικό φορτίο από ότι οι σφαιρίνες και το ινωδογόνο. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργούνται από φυσιολογικές συνθήκες μικρά συγκροτήματα ερυθρών αιμοσφαιρίων τα οποία καθιζάνουν με μικρή ταχύτητα καθιζήσεως. Αύξηση συνεπώς του ποσού των λευκωματίνων σημαίνει και αυξημένη φόρτιση των ερυθρών με αρνητικό ηλεκτρικό φορτίο, γεγονός το οποίο θα έχει σαν αποτέλεσμα την μεγαλύτερη απώθηση των ερυθροκυττάρων μεταξύ τους οπότε τα συγκροτήματα των ερυθροκυττάρων που θα σχηματίζονται θα είναι μικρότερα και θα καθιζάνουν με ελαττωμένη ΤΚΕ εξαιτίας του χαμηλού ειδικού βάρους που θα διαθέτουν. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, η ΤΚΕ είναι πάντα σταθερή σε άντρες και γυναίκες. Στο τέλος της πρώτης ώρας η ΤΚΕ είναι 3 έως 5 χιλιοστά ανά ώρα για τους άντρες και 3 έως 10 χιλιοστά για τις γυναίκες. Στο τέλος της δεύτερης ώρας η ΤΚΕ είναι 15 έως 20 χιλιοστά για τις γυναίκες και έως 10 με 15 χιλιοστά για τους άντρες. Αύξηση της ΤΚΕ παρατηρείται συνήθως σε διάφορες λοιμώξεις, σε νεοπλάσματα, στο γήρας, καθώς επίσης και στα αυτοάνωσα νοσήματα. Ελάττωση της ΤΚΕ παρατηρείται σε αναφυλακτικές καταστάσεις, καθώς και όταν αυξάνεται ο αιματοκρίτης. Όταν θέλουμε να μετρήσουμε την ταχύτητα καθιζήσεως τοποθετείται το αίμα μέσα σε ειδικό σωληνάριο που έχει ύψος 200 χιλιοστά. Μέσα στο σωληνάριο αυτό υπάρχει αντιπηκτικό διάλυμα με κιτρικό νάτριο το οποίο παρεμποδίζει την πήξη του αίματος. Το αίμα αφήνεται σε ακινησία και διαβάζεται το αποτέλεσμα ύστερα από μία ώρα. Στο διάστημα της μίας ώρας έχουν σχηματιστεί μέσα στο ειδικό σωληνάριο και με κατεύθυνση από πάνω προς τα κάτω, τρεις στοιβάδες. Η πρώτη στοιβάδα από πάνω προς τα κάτω είναι η στοιβάδα του πλάσματος, η δεύτερη είναι η στοιβάδα των λευκών αιμοσφαιρίων και η Τρίτη είναι η στοιβάδα των ερυθρών αιμοσφαιρίων και αποτελεί την τελευταία στοιβάδα προς τα κάτω. Η πρώτη στοιβάδα, δηλαδή η στοιβάδα του πλάσματος, έχει χρώμα ελαφρώς κιτρινωπό και το μήκος της ισοδυναμεί με την τιμή της ταχύτητας καθιζήσεως. Το χρώμα της δεύτερης στοιβάδας, που είναι τα λευκά αιμοσφαίρια, είναι λευκωπό. Η δεύτερη στοιβάδα είναι η πιο λεπτή από όλες και έχει σχήμα δαχτυλιδιού. Σε πολύ σοβαρές παθήσεις όπως είναι τα νεοπλάσματα (οι καρκίνοι) η ταχύτητα καθιζήσεως παίρνει τριψήφια τιμή, δηλαδή πάνω από 100. Η μέτρηση της ταχύτητας καθιζήσεως γίνεται σε χιλιοστά ανά ώρα. Η ταχύτητα καθιζήσεως έχει διαγνωστική αξία μόνο στο τέλος της πρώτης ώρας Στο γήρας τιμές της ΤΚΕ που κυμαίνονται από 20 έως 30 χιλιοστά ανά ώρα θεωρούνται φυσιολογικές. Κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης οι τιμές της ΤΚΕ μπορούν να κυμαίνονται από 50 έως και 60 χιλιοστά ανά ώρα και θεωρούνται φυσιολογικές. Σε όλα τα νοσοκομεία και σε όλες τις μονάδες υγείας που είναι πρώτης γραμμής, τόσο η ταχύτητα καθιζήσεως των ερυθρών αιμοσφαιρίων όσο και η γενική αίματος υπολογίζονται σε μία ειδική συσκευή που ονομάζεται Coulter και μέσα σε αυτήν τοποθετούνται τα ειδικά σωληνάρια της γενικής και της ταχύτητας καθιζήσεως των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Αιμοσφαιρίνη Η αιμοσφαιρίνη (Hb) είναι μια αιμοπρωτεΐνη, μεγαλομοριακή ουσία, η οποία διαθέτει δισθενή σίδηρο (Fe) και έχει μοριακό βάρος 64.500 δηλαδή η αιμοσφαιρίνη αποτελεί μεγαλομοριακή ουσία. Η αιμοσφαιρίνη είναι συνδυασμός της αίμης και της σφαιρίνης. Η σύνθεση της αιμοσφαιρίνης αρχίζει μέσα στους ερυθροβλάστες και συνεχίζεται μέχρι να σχηματιστούν και τα διχτυοερυθροκύτταρα. Η σύνθεση της αίμης ολοκληρώνεται σε 3 βασικά στάδια. Στο πρώτο στάδιο σχηματίζεται ο δακτύλιο της πυρρόλης από την ένωση του ακετογλουταρικού οξέος με την γλυκίνη. Στο δεύτερο στάδιο συνδέονται 4 δακτύλιοι πυρρόλης κι σχηματίζουν την πρωτοπορφυρίνη. Στο τρίτο στάδιο σχηματίζεται το μόριο της αίμης από την ένωση της πρωτοπορφυρίνης με τον δισθενή σίδηρο. Η σύνθεση της αιμοσφαιρίνης γίνεται στα ριβοσώματα του ενδοπλασματικού δικτύου και παράγεται μια σφαιρίνη η οποία αποτελείται από 4 πολυπεπτιδικές αλυσίδες, ανά δύο ίδιες. Υπό φυσιολογικές συνθήκες υπάρχουν στον άνθρωπο 3 αιμοσφαιρίνες : 1) Η αιμοσφαιρίνη Α (98%), της οποίας το μόριο της σφαιρίνης έχει 2 πολυπεπτιδικές αλυσίδες α και 2 πολυπεπτιδικές αλυσίδες β. Εμφανίζεται στο αρτηριακό αίμα σαν οξυαιμοσφαιρίνη. 2) η αιμοσφαιρίνη Α2 (2%) με 2 πολυπεπτιδικές αλυσίδες α και 2 πολυπεπτιδικές αλυσίδες δ (στον ενήλικα και μετά το τέλος της γαλουχίας) 3) η εμβρυϊκή αιμοσφαιρίνη (HbF) με 2 πολυπεπτιδικές αλυσίδες α και 2 πολυπεπτιδικές αλυσίδες γ. Ο λειτουργικός ρόλος της εμβρυϊκής αιμοσφαιρίνης είναι να μεταφέρει το οξυγόνο από την μητέρα στο έμβρυο μέσω του πλακούντα. Η εμβρυϊκή αιμοσφαιρίνη βρίσκεται στο αίμα του εμβρύου και του νεογνού, γρήγορα όμως μέσα στο πρώτο εξάμηνο της εξωμήτριας ζωής αντικαθίσταται σχεδόν ολόκληρη από την αιμοσφαιρίνη Α, ώστε στον ενήλικα να βρίσκεται σε ποσοστό, υπό φυσιολογικές συνθήκες, από 0,5% έως 1,5%. Η εμβρυϊκή αιμοσφαιρίνη διαφέρει από την Α στη σύσταση των αμινοξέων της. Η εμβρυϊκή αιμοσφαιρίνη συμπεριφέρεται πλεονεκτικά στην δέσμευση του οξυγόνου, δηλαδή δεσμεύει πολύ εύκολα το οξυγόνο από την οξυαιμοσφαιρίνη του αίματος της μητέρας ακόμη και αν οι συνθήκες που επικρατούν δεν είναι άριστες. Παθολογική αύξηση του ποσοστού της εμβρυϊκής αιμοσφαιρίνης έχουμε στην μεσογειακή αναιμία, δηλαδή στην αναιμία Cooley. Συμπερασματικά, το μόριο της αιμοσφαιρίνης αποτελείται από 4 μόρια αίμης ( και συνεπώς και4 άτομα δισθενούς σιδήρου), καθώς και από 4 πολυπεπτιδικές αλυσίδες. Στον σχηματισμό της αιμοσφαιρίνης επιδρούν καταλυτικά και διάφορες άλλες ουσίες και κυρίως ιχνοστοιχεία όπως είναι ο χαλκός και το κοβάλτιο, η έλλειψη των οποίων δημιουργεί διαταραχές στην αιμοποίηση. Απαραίτητη για την σύνθεση της αιμοσφαιρίνης είναι και η βιταμίνη b6 η οποία ονομάζεται πυριδοξίνη. (pyridoxine). Η πυκνότητα της αιμοσφαιρίνης στο αίμα είναι 16 gr% στους άντρες και 14,5 gr% στις γυναίκες Οξυαιμοσφαιρίνη (HbO2) χαρακτηρίζεται η ένωση της αιμοσφαιρίνης με το οξυγόνο. Στο αρτηριακό αίμα η αιμοσφαιρίνη απαντάται σαν οξυαιμοσφαιρίνη σε ποσοστό 97-98%. Όταν η οξυαιμοσφαιρίνη χάσει το οξυγόνο το οποίο διαθέτει τότε μετατρέπεται στην λεγόμενη αναχθείσα αιμοσφαιρίνη. Στο φλεβικό αίμα το ποσό της οξυαιμοσφαιρίνης είναι περίπου στο 60%, δηλαδή στο φλεβικό αίμα ποσοστό 37-38% από την οξυαιμοσφαιρίνη έχει μετατραπεί σε αναχθείσα αιμοσφαιρίνη. Η αιμοσφαιρίνη είναι μια αναπνευστική χρωστική και σε αυτήν οφείλεται το κόκκινο χρώμα του αίματος. Αποτελεί το κύριο συστατικό των ερυθροκυττάρων και το 1/3 του βάρους του ερυθροκυττάρου. Ανήκει στις μεταλοπορφυρικές χρωστικές. Από πλευράς λειτουργίας οι χρωστικές συμμετέχουν στην αναπνοή και δρουν σαν μεταφορείς του οξυγόνου που προσλαμβάνεται με την αναπνοή από την ατμόσφαιρα και σαν αποθήκη οξυγόνου αλλά η αιμοσφαιρίνη διαθέτει και ένζυμα το οποία καταλύουν κυτταρικές οξειδώσεις. Στις χρωστικές υπάρχουν επίσης ενζυμικοί παράγοντες οι οποίοι καταλύουν κυτταρικές οξειδώσεις. Ανθρακυλαιμοσφαιρίνη (HbCO). Η ανθρακυλαιμοσφαιρίνη σχηματίζεται όταν συνδέεται η αιμοσφαιρίνη με μονοξείδιο του άνθρακα και αυτή μετατρέπεται σε μεθαιμοσφαιρίνη όταν οξειδώνεται. Η φυσιολογική αιμοσφαιρίνη παρουσιάζει μεγαλύτερη συγγένεια κατά 200 περίπου φορές με το μονοξείδιο του άνθρακος, παρά με το οξυγόνο. Η ένωση της αιμοσφαιρίνης με το μονοξείδιο του άνθρακος δημιουργεί την ανθρακυλαιμοσφαιρίνη, η οποία όμως δεν χρησιμεύει στην αναπνευστική λειτουργία του αίματος. Στην δηλητηρίαση με μονοξείδιο του άνθρακα, η οποία συνήθως προκύπτει από κάρβουνα που καίγονται ατελώς, κυριαρχούν τα συμπτώματα της ανοξίας που είναι πονοκέφαλος, ζάλη, έμετος και κόμμα. Σαν αντίδοτο χορηγείται ένα μείγμα από οξυγόνο σε περιεκτικότητα 95% και με υψηλή μερική πίεση, ενώ στο μείγμα αυτό υπάρχει και διοξείδιο του άνθρακος σε περιεκτικότητα 5%. Η παρουσία του διοξειδίου του άνθρακος είναι απαραίτητη διότι το διοξείδιο του άνθρακος διεγείρει το αναπνευστικό κέντρο. Μεθαιμοσφαιρίνη Πρόκειται για ένωση σφαιρίνης με αίμη, της οποία ο σίδηρος έχει οξειδωθεί σε τρισθενή και δεν μπορεί για τον λόγο αυτό να χρησιμοποιηθεί στην αναπνευστική λειτουργία του αίματος. Η μεθαιμοσφαιρίνη δεν περιέχει μοριακό οξυγόνο αλλά υδροξύλιο. Φυσιολογικά υπάρχουν μόνο μικρές ποσότητες μεθαιμοσφαιρίνης στο αίμα της τάξεως του 1 %. Μεγαλύτερα ποσά σχηματίζονται συνήθως σε δηλητηριάσεις με ουσίες όπως είναι οι σουλφοναμίδες, τα νιτρικά και άλλες ουσίες οπότε προκαλείται μεθαιμοσφαιριναιμία με πρώτη εκδήλωση την κυάνωση. Στην μεθαιμοσφαιριναιμία χορηγείται θεραπευτικά γλουταθείο. Η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη χρησιμοποιείται για την διάγνωση του σακχαρώδη διαβήτη. Οι φυσιολογικές τιμές της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης είναι από 4 έως 6,5. Από 6,5 έως 7 υποδηλώνουν λανθάνοντα διαβήτη και από 7 και πάνω μπαίνει η διάγνωση του σακχαρώδη διαβήτη. Λειτουργίες αιμοσφαιρίνης Μεταφέρει το οξυγόνο από τους πνεύμονες στους ιστούς διότι σε κάθε μόριο φυσιολογικής αιμοσφαιρίνης συνδέονται 4 μόρια οξυγόνου. Η αποτελεσματικότητα της αιμοσφαιρίνης για την μεταφορά του οξυγόνου αποδίδεται στην περιστροφή των β αλυσίδων γύρω από τις α πολυπεπτιδικές αλυσίδες και με διολίσθηση των μεν επάνω στις άλλες. Άλλη λειτουργία της αιμοσφαιρίνης είναι και η μεταφορά του διοξειδίου του άνθρακα από τους ιστούς στους πνεύμονες. Η σύνδεση του. διοξειδίου του άνθρακα με το μόριο της αιμοσφαιρίνης γίνεται όχι με τον σίδηρο αλλά και με τις πλευρικές ομάδες της σφαιρίνης οπότε σχηματίζεται μία ένωση η οποία ονομάζεται καρβαμινοαιμοσφαιρίνη. Ορισμός αναιμίας Αναιμία είναι η κατάσταση κατά την οποία υπάρχει μείωση του αριθμού των κυκλοφορούντων ερυθρών αιμοσφαιρίων ανά κυβικό χιλιοστό αίματος, μείωση στην ποσότητα της αιμοσφαιρίνης ανά 100 ml αίματος και μείωση του αιματοκρίτη στα 100 ml αίματος. Η αναιμία είναι σύμπτωμα που προκύπτει από παθήσεις της ερυθρής σειράς του μυελού των οστών, και δεν αποτελεί νόσο. Τύποι αναιμίας Με βάση το MCV διακρίνεται σε μικροκυτταρική (το ερυθρό αιμοσφαίριο έχει μικρότερο όγκο από το φυσιολογικό) , σε νορμοκυτταρική (παρά το γεγονός ότι το ερυθρό αιμοσφαίριο έχει φυσιολογικό όγκο, το ποσό της αιμοσφαιρίνης που περιέχει είναι μικρότερο) και σε μακροκυτταρική(το ερυθρό αιμοσφαίριο έχει μεγαλύτερο όγκο από το φυσιολογικό). Με βάση την μέση αιμοσφαιρίνη του ερυθροκυττάρου χαρακτηρίζεται σαν υπόχρωμη ( το χρώμα του ερυθροκυττάρου δεν είναι έντονο κόκκινο, σαν ροζ), νορμόχρωμη ( φυσιολογικό κόκκινο χρώμα), υπέρχρωμη (πολύ έντονο χρώμα). MCV ( Mean Corpuscular Volume / Μέσος Όγκος ερυθρού αιμοσφαιρίου) Τόσο η μικροκυττάρωση όσο και η μακροκυττάρωση μπορεί να εμφανιστούν σε διάφορες αναιμίες της ερυθρής σειράς, δηλαδή σε αναιμίες που αφορούν τα ερυθρά αιμοσφαίρια Οι φυσιολογικές τιμές κυμαίνονται από 80 έως 90 μm3 και αυτός υπολογίζεται από τον εξής μαθηματικό τύπο : 𝛼𝜄𝜇𝛼𝜏𝜊𝜅𝜌ί𝜏𝜂𝜍 × 10 45 × 10 = = 90 𝜇𝑚3 𝜀𝜌𝜐𝜃𝜌ά 𝛼𝜄𝜇𝜊𝜎𝜑𝛼ί𝜌𝜄𝛼 𝛼𝜈ά 5 × 106 𝜅𝜐𝛽𝜄𝜅ό 𝜒𝜄𝜆𝜄𝜊𝜎𝜏ό 𝛼ί𝜇𝛼𝜏𝜊𝜍 MCH (mean concentration hemoglobin) είναι η μέση περιεκτικότητα της αιμοσφαιρίνης που διαθέτει κάθε ερυθρό αιμοσφαίριο και η φυσιολογική τιμή της κυμαίνεται από 30 έως 32 γ.γ. και υπολογίζεται από τον εξής μαθηματικό τύπο : 𝑀𝐶𝐻 = 9% 𝐻𝑏 × 10 15 × 10 = = 30 𝛾. 𝛾. 𝛼𝜌𝜄𝜃𝜇ό𝜍 𝜀𝜌𝜐𝜃𝜌ώ𝜈 𝛼𝜄𝜇𝜊𝜎𝜑𝛼𝜄𝜌ί𝜔𝜈 5 × 106 𝛼𝜈ά 𝜅𝜐𝛽𝜄𝜅ά 𝜒𝜄𝜆𝜄𝜊𝜎𝜏ά 𝛼ί𝜇𝛼𝜏𝜊𝜍 𝑀𝐶𝐻𝐶 = 9% 𝐻𝑏 × 100 15 × 100 = = 33,3% 𝛼𝜄𝜇𝛼𝜏𝜊𝜅𝜌ί𝜏𝜂𝜍 45 Το ερυθροκύτταρο είναι ένα απύρηνο κύτταρο και για τον λόγο αυτό δεν συνθέτει πρωτεΐνες. Το ερυθροκύτταρο έχει σχήμα αμφίκοιλου δίσκου το οποίο επιτρέπει την περισσότερο ομοιόμορφη και ταχεία διάχυση των αερίων από ότι εάν θα είχε ένα σφαιρικό σχήμα και αυτό διότι η απόσταση κέντρου και επιφάνειας γίνεται μικρότερη. Το αμφίκοιλο σχήμα που διαθέτει το ερυθρό αιμοσφαίριο, αυξάνει την έκταση του εμβαδού της επιφάνειάς του κατά 30% γεγονός το οποίο αυξάνει σημαντικά το ποσό του οξυγόνου το οποίο δεσμεύεται στην εξωτερική επιφάνεια του ερυθροκυττάρου και μεταφέρεται από αυτό στους ιστούς. Τα αιμοπετάλια χαρακτηρίζονται και σαν θρομβοκύτταρα διότι λαμβάνουν μέρος στις διαδικασίες της πήξεως του αίματος. Δομη ερυθροκυττάρου Το σχήμα του ερυθροκυττάρου θεωρείται ότι είναι σχήμα ισορροπίας και το σχήμα αυτό εμφανίζεται όταν τα ερυθρά αιμοσφαίρια βρίσκονται μέσα στο πλάσμα. Το ερυθροκύτταρο περιβάλλεται από μία μεμβράνη εύκαμπτη και όχι τόσο ελαστική. Λόγω αυτού του γεγονότος το ερυθροκύτταρο μπορεί να υποστεί μεγάλες παραμορφώσεις χωρίς να σπάει όταν διέρχεται μέσα από τριχοειδή. Η μεμβράνη του ερυθρού αιμοσφαιρίου είναι παρόμοια με την μεμβράνη όλων των άλλων υπολοίπων κυττάρων. Αυτό σημαίνει ότι η ερυθροκυτταρική μεμβράνη αποτελείται από μία διπλή στοιβάδα φωσφολιποειδών, όπου στην συγκεκριμένη διπλή στοιβάδα είναι τοποθετημένες κάθετα διαμεμβρανικές πρωτεΐνες. Εκτός του πλάσματος τα ερυθροκύτταρα λαμβάνουν σχήμα σφαιρικό και η σφαιρικότητα αυτή οφείλεται στην απουσία μιας πρωτεΐνης του πλάσματος. Τα σφαιροκύτταρα είναι λιγότερο εύκαμπτα και είναι λιγότερο πιθανό να επιβιώσουν σε αντίξοες συνθήκες όπως συμβαίνει όταν υποστούν βλάβες από διάφορα αντισώματα τα οποία μπορεί να βρίσκονται στον οργανισμό. Λειτουργία ερυθροκυττάρου Η εξωτερική κυτταρική μεμβράνη του ερυθρού αιμοσφαιρίου είναι παρόμοια με την κυτταρική μεμβράνη όλων των υπολοίπων κυττάρων. Η μεμβράνη αυτή αποτελείται από : 1) Διπλοστοιβάδα φωσφολιπιδίων 2) Διαμεμβρανικές πρωτεΐνες που είναι τοποθετημένες κάθετα στην διπλή φωσφολιποειδική στοιβάδα και υποστηρίζεται από έναν υπομεμβρανικό σκελετό που προσδίδει ευλυγισία και ανθεκτικότητα 3) Σπεκτρίνη η οποία συμβάλει στην δομική κατασκευαστική σταθερότητα της ερυθροκυτταρικής μεμβράνης 4) Ανκυρίνη η οποία είναι μια διαμεμβρανική πρωτεΐνη και επιτρέπει την ανταλλαγή δια της ερυθροκυτταρικής μεμβράνης της όξινης ανθρακικής ρίζας, των ιόντων του χλωρίου ενώ συμβάλλει και στην απομάκρυνση του διοξειδίου του άνθρακος. Η ερυθροκυτταρική μεμβράνη διαθέτει και διάφορες αντλίες κατιόντων που ονομάζονται ατεπεάσες. Χαρακτηριστικές ατεπεάσες είναι η 1) νάτριο-κάλιο ατεπεάση και η 2)ασβέστιο ατεπεάση. Αυτές οι 2 ατεπεάσες συνδέονται με ειδικούς υποδοχείς επάνω στην εξωτερική επιφάνεια της ερυθροκυτταρικής μεμβράνης. Το πρωτόπλασμα του ερυθροκυττάρου είναι ομοιογενές και δεν έχει οργανίδια γιατί δεν παράγει καθόλου πρωτεΐνες. Το πρωτόπλασμα ή κυτταρόπλασμα του ερυθροκυττάρου μοιάζει στην σύνθεση με το κυτταρόπλασμα υπολοίπων κυττάρων. Περιέχει δηλαδή νερό σε ποσοστό από 65 έως 70%, διαθέτει ανόργανα στοιχεία, άλατα, οργανικές ουσίες και επίσης κάλιο νάτριο και άλλα. Ακόμα υπάρχουν ένζυμα της αναερόβιας γλυκόλυσης που καταλύουν τις χημικές αντιδράσεις της αναερόβιας γλυκόλυσης όπως επίσης και ένζυμα που καταλύουν τις αερόβιες διεργασίες απελευθέρωσης ενέργειας. Το ATP παράγεται με αερόβια και με αναερόβια γλυκόλυση. Στο πρωτόπλασμα υπάρχει επίσης η αναπνευστική χρωστική, η αιμοσφαιρίνη και ακόμα υπάρχουν μηχανισμοί προστασίας της αιμοσφαιρίνης από οξειδωτικές ουσίες. Η λειτουργία του ερυθροκυττάρου βασίζεται στην λειτουργία του μορίου της αιμοσφαιρίνης καθώς επίσης και στην λειτουργία της ανταλλαγής των αερίων. Οδοί παραγωγής ενέργειας ερυθρού Το ερυθρό μπορεί να παράξει ενέργεια μέσω αναερόβιας γλυκόλυσης όμως τα φυσιολογικά ερυθροκύτταρα λειτουργούν όλα με αερόβια διεργασία, η αναερόβια είναι η εξαίρεση και κινητοποιείται όταν για κάποιο παθολογικό αίτιο δεν μπορεί να παραχθεί ATP με την αερόβια διεργασία. Η αναερόβια γλυκόλυση ονομάζεται διαφορετικά και κύκλος των Έμπεν Μάιεχοφ και περιλαμβάνει δύο σειρές αντιδράσεων. 1)η πρώτη σειρά είναι η διάσπαση της γλυκόζης σε 2 φωσφορικές τριόζες 2) στην δεύτερη σειρά της αντίδρασης εντάσσεται ο σχηματισμός του πυροσταφυλικού οξέος ο οποίος καταναλώνει – περιέχει ενέργεια για την ανασύνθεση δύο μορίων ATP και σχηματίζει 2 μόρια ανοιγμένου NADH το οποίο συμμετέχει στην αναγωγή της μεθαιμοσφαιρίνης σε αιμοσφαιρίνη. Η συμπληρωματική οδός πεντοζών εμφανίζει 10% συμμετοχή στην παραγωγή της ενέργειας και το ATP εξασφαλίζει την λειτουργία της αντλίας του νατρίου και η διάσπαση του ATP γίνεται μόνο με την ATPάση. Μελέτη λευκών αιμοσφαιρίων Η μελέτη και η αρίθμηση των λευκών αιμοσφαιρίων γίνεται από το ίδιο δείγμα αίματος με τα ερυθρά και στο ίδιο μηχάνημα (στο κούλτερ). Γίνεται δε ολική και ποσοστιαία μέτρηση όλων των κατηγοριών των λευκοκυττάρων, και αυτό χαρακτηρίζεται σαν λευκοκυτταρικός τύπος. Οι φυσιολογικές τιμές των λευκών αιμοσφαιρίων είναι από 4 έως 10 χιλιάδες. Κάτω από 4.000 έχουμε λευκοπενία και πάνω από 10.000 έχουμε λευκοκυττάρωση. Ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων είναι ο ίδιος σε άντρες και γυναίκες. Μεταβάλλεται με την ηλικία. Στη γέννηση το νεογνό έχει 18.800 λευκά αιμοσφαίρια ανά κυβικό χιλιοστό αίματος, στις πρώτες 12 ώρες. Την πρώτη εβδομάδα 22.800 και από την δεύτερη εβδομάδα και μετά μέχρι και το τρίτο έτος 12.200. από το τρίτο έτος και μετά ελαττώνεται σε 7.000 λευκά αιμοσφαίρια ανά κυβικό χιλιοστό αίματος και υπό φυσιολογικές συνθήκες έτσι παραμένει σε όλη την διάρκεια της ενήλικης ζωής. Ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων αυξάνει προς το τέλος της εγκυμοσύνης, σε κατάσταση μυϊκής άσκησης, σε συγκινησιακές καταστάσεις και στον ύπνο. Η αύξηση αυτή ονομάζεται φυσιολογική λευκοκυτταρική δραστηριότητα και οφείλεται σε έξοδο λευκών αιμοσφαιρίων από τις δεξαμενές τους στην ενεργή κυκλοφορία. Παθολογική λεμφοκυττάρωση παρατηρείται σε λοιμώδη νοσήματα. Μεταβολές των λευκών ανάλογα με την ηλικία: στο αίμα μπορεί να μεταφερθούν και άωρα λευκοκύτταρα και αυτό φαίνεται στα επιχρίσματα. Πρόδρομες μορφές μυελοκυττάρων και λεμφοβλαστών ανήκουν στα άωρα λευκά αιμοσφαίρια. Τα πολυπύρηνα ουδετερόφιλα λευκοκύτταρα αποτελούν τα περισσότερο λευκοκύτταρα. Αποτελούνται από πυρήνα με 2-3 λοβούς οι οποίοι συγκρατούνται μεταξύ τους με νημάτια χρωματίνης. Επίσης στο πρωτόπλασμα των πολυπύρηνων ουδετερόφιλων λευκοκυττάρων μπορεί να βρίσκονται και ουδετερόφιλα κοκκία. Τα κοκκία διακρίνονται σε αζουρόφιλα (υπεροξειδάσες, φωσφατάσες, υδρολάσες και άλλα ένζυμα) και σε ουδετερόφιλα (λυσοζύμη). Αν εμφανιστούν άωρα ουδετερόφιλα πολυμορφοπύρηνα αυτό σημαίνει ότι ο οργανισμός έχει προσβληθεί από λοιμώξεις. Τα πολυπύρηνα Ηωσινόφιλα λευκοκύτταρα μοιάζουν με τα ουδετερόφιλα που ο πυρήνας τους φέρει λιγότερους λοβούς (2). Το ηωσινόφιλο περιέχει κοκκία που χρωματίζονται κόκκινα με ηωσίνη. Τα κοκκία που είναι λυσοσώματα όπως και τα ουδετερόφιλα εμφανίζουν κρυσταλλική δομή και περιέχουν μια βασική πρωτεϊνη η οποία θεωρείται σπουδαία στην καταστροφή των παρασίτων. Άρα πολλά πολυμορφοπύρηνα ουδετερόφιλα θα έχω σε λοιμώξεις. Αύξηση του αριθμού των πολυπύρηνων ηωσινόφιλων λευκοκυττάρων θα έχω στις παρασιτώσεις. Τα πολυπύρηνα βασεόφιλα λευκοκύτταρα έχουν πυρήνα με 2-3 λοβούς και πολυάριθμα κοκκία τα οποία χρωματίζονται βαθιά κυανά και περιέχουν ισταμίνη, 5 υδροξυτρυπταμίνη και ηπαρίνη. Μαστοκύτταρα είναι επίσης βασεόφιλα τα οποία βρίσκονται στους ιστούς. Τα μονοκύτταρα είναι το μεγαλύτερο κύτταρο του σώματος με ευμεγέθη πυρήνα και προέρχεται από τον ερυθρό μυελό των οστών. Μεγάλος αριθμός μονοκυττάρων εξέρχεται από το αίμα στους ιστούς και αποτελούν τα περιπλανώμενα ιστιοκύτταρα ή μακροφάγα των ιστών. Το μονοκύτταρο είναι το μεγαλύτερο κύτταρο του αίματος με ευμεγέθη πυρήνα και φέρει πολλά ένζυμα. Πολλά μονοκύτταρα σχηματίζουν τα περιπλανώμενα μακροφάγα των ιστών και διαθέτουν αντιβακτηριδιακή δράση. Name: Description: ...
User generated content is uploaded by users for the purposes of learning and should be used following Studypool's honor code & terms of service.
Studypool
4.7
Trustpilot
4.5
Sitejabber
4.4